Η πανδημία COVID-19 έχει επηρεάσει δραματικά την καθημερινότητα του σύγχρονου κόσμου, με κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Σημαντικός παράγοντας κινδύνου εμφάνισης της λοίμωξης είναι η εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος που συχνά εμφανίζεται σε προχωρημένη ηλικία, παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη και άλλα χρόνια νοσήματα. Από την άλλη μεριά, τα τελευταία 20 χρόνια, σημαντικός όγκος πειραματικών και κλινικών δεδομένων έχει καταδείξει ότι η γνωστή στεροειδική ορμόνη βιταμίνη D είναι ένας ισχυρός επιγενετικός ρυθμιστής, που επηρεάζει περισσότερα από 2.500 γονίδια, επιδρώντας στο παθογενετικό υπόβαθρο χρόνιων νοσημάτων, όπως ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι αυτοάνοσες ασθένειες. Επιπρόσθετα, η βιταμίνη D εμφανίζει σημαντική ανοσοτροποποιητική επωφελή δράση, επιδρώντας με πληθώρα μηχανισμών επί των ανοσοϊκανών κυττάρων, ως κομβικός καταστολέας της συστηματικής φλεγμονής, βιοφαινόμενο που χαρακτηρίζει τη λοίμωξη από COVID-19.

Η βιταμίνη D επιδρά επαγωγικά στη μείωση λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του COVID-19: Η ευεργετική αυτή δράση επιτελείται διαμέσου μιας ποικιλίας μηχανισμών, όπως η διατήρηση ανέπαφων επιθηλιακών στρωμάτων, η μείωση της επιβίωσης και της αναπαραγωγικής ικανότητας των ιών, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ενεργοποίηση του “καταρράκτη” της φλεγμονώδους αντίδρασης και κυτοκινών και αυξάνοντας παράλληλα τις συγκεντρώσεις του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης 2 (ACE2), συντελώντας στον περιορισμό της επέκτασης της φλεγμονής.
Πειραματικά μοντέλα αναδεικνύουν ότι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις 25(OH)D στον ορό σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου και σε περίπτωση ενεργού νόσου, σχετίζονται με ηπιότερη κλινική εικόνα και εκβάσεις.


Τα δεδομένα αυτά ενισχύονται και από μελέτες παρατήρησης από τη Γερμανία, το Ισραήλ, την Κορέα, την Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, αναφορικά με την αντίστροφη συσχέτιση της 25-υδροξυβιταμίνης D [25(OH)D] στον ορό, με την επίπτωση ή τη σοβαρότητα του COVID-19 -όσο πιο υψηλή ήταν η συγκέντρωση της βιταμίνης D, τόσο μικρότερος ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου. Ειδικότερα, μια μεγάλη μελέτη από τις ΗΠΑ έδειξε ότι το θετικό ποσοστό SARS-COV-2 ήταν 40% μικρότερο για συγκέντρωση 25 (OH) D, 40–59 ng/ml από ό,τι για 20 ng/ml.

Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι αυτή η συσχέτιση καταγράφηκε ως συνέπεια (επιφαινόμενο) τoυ COVID-19, θεωρώντας ότι η συγκέντρωση της βιταμίνης D μειώνεται λόγω της λοίμωξης και δεν αποτελεί την αρχική αιτία αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, στην εποχή της ιατρικής που βασίζεται σε κλινικά δεδομένα και μελέτες, είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση της ευεργετικής δράσης της χορήγησης της βιταμίνης D σε ασθενείς με COVID-19 μέσω τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών. Στο πεδίο αυτό, την παρούσα στιγμή, οι διαθέσιμες μελέτες είναι ελάχιστες.

Παρ’ όλα αυτά, πρόσφατα αναφέρθηκαν θετικά αποτελέσματα από μια πιλοτική τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή θεραπείας με βιταμίνη D (καλσιφεδιόλη, μορφή που δεν κυκλοφορεί στη χώρα μας) από την Ισπανία, καθώς αναμένονται τα αποτελέσματα πολυάριθμων μελετών που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Επί του παρόντος, ενώ τα στοιχεία συνηγορούν ότι η λήψη συμπληρωμάτων με βιταμίνη D ενδέχεται να εμφανίζει οφέλη έναντι του COVID-19, τα διαθέσιμα δεδομένα, που ενδεχομένως θα ενίσχυαν την επίσημη σύσταση λήψης συμπληρωμάτων με βιταμίνη D για την πρόληψη της νόσου από την ιατρική κοινότητα και από την πολιτική δημόσιας υγείας, κρίνονται μη επαρκή.

 

 


Η Health Editor Προτείνει: