Η χρήση και η κατάχρηση του τζακιού και της ξυλόσομπας κατά τους χειμερινούς μήνες μπορεί να καταστεί επικίνδυνη για την υγεία- αφού προκαλεί καθημερινά ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση αιωρούμενων μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα.

Τα μικροσωματίδια, λόγω της διεισδυτικότητάς τους, εισχωρούν στο εσωτερικό των κτιρίων, των σπιτιών, των κλινοσκεπασμάτων και προκαλούν πληθώρα αναπευστικών προβλημάτων (άσθμα, αλλεργικές βρογχίτιδες, αποφρακτικές πνευμονοπάθειες κ.ά.). Μελέτη φοιτητών στη Σαγκάη έδειξε ότι οι βιοδείκτες φλεγμονής τους σημείωσαν αισθητή επιδείνωση μετά από μόλις δύο ημέρες έκθεσης σε αερομεταφερόμενα σωματίδια.
«Τα αναμμένα τζάκια προδιαθέτουν σε μια οικογενειακή ατμόσφαιρα ζεστή και φιλόξενη. Όμως, ο καπνός που παράγουν συμβάλλει σημαντικά στη μείωση της ποσότητας του οξυγόνου στον αέρα και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία, ιδιαίτερα όσων πάσχουν από αναπνευστικές νόσους και καρδιαγγειακές παθήσεις», επισημαίνει ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας.
Βέβαια, τα τζάκια δεν είναι η μοναδική πηγή μόλυνσης του αέρα. Η αιθαλομίχλη προκαλείται και από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, τη βιομηχανική δραστηριότητα και τις πυρκαγιές. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι  περισσότεροι από 7 εκατομμύρια πρόωροι θάνατοι ετησίως έχουν τα αίτιά τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση.  Στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, τόσο η μακροπρόθεσμη όσο και η βραχυπρόθεσμη έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να οδηγήσει σε δυσχέρεια αναπνευστικής λειτουργίας, αναπνευστικές λοιμώξεις και επιδεινούμενο άσθμα.  
Οι έγκυες έχει διαπιστωθεί ότι όταν εισπνέουν μολυσμένο αέρα διακινδυνεύουν το σωματικό βάρος του παιδιού τους να είναι χαμηλό και να γεννήσουν πρόωρα. Υπάρχουν δε ολοένα αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι ατμοσφαιρικοί ρύποι μπορεί να επηρεάσουν τη νευρολογική ανάπτυξη των παιδιών.
«Η απουσία ορατού νέφους δεν αποτελεί ένδειξη ότι η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Κάθε χρόνο γίνονται μετρήσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και διαπιστώνεται ότι οι τοξικοί ρύποι στον αέρα υπερβαίνουν τις μέσες τιμές που συστήνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Και δυστυχώς, παρά τις προειδοποιήσεις των αρχών, ελάχιστα γίνονται για την πρόληψη σχηματισμού της αιθαλομίχλης.
Αφού, λοιπόν, δεν μπορούμε να φροντίσουμε για την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε, η μοναδική επιλογή μας είναι να ελέγξουμε τον τρόπο που αναπνέουμε», τονίζει ο Δρ. Μοιρέας. «Δηλαδή, να μην αναπνέουμε από το στόμα, αλλά μόνο από τη μύτη, όπως θα έπρεπε φυσιολογικά». Και αυτό διότι η μύτη στην είσοδό της διαθέτει τριχίδια που σκοπό έχουν την παγίδευση αιωρούμενων σωματιδίων με τον αναπνεόμενο αέρα. Είναι  επενδυμένη με προβολές από βλεννογόνο που εμποδίζουν ξένα σώματα να εισέλθουν στον οργανισμό και όσα περνούν από αυτές προσκολλώνται στη ρινική βλέννα. Η μύτη, δηλαδή, λειτουργεί σαν μια ασπίδα κατά την είσοδο του αέρα προς το αναπνευστικό σύστημα», εξηγεί.