Η παρασιτική κνήφη είναι η πιο συχνή κνησμώδης δερματοπάθεια, η οποία οφείλεται στα τσιμπήματα (δήγματα) διαφόρων εντόμων, όπως κουνούπια, κοριοί, ψύλλοι, σφήκες, μέλισσες, μύγες, μυρμήγκια, σκορπιοί και αράχνες. Δήγματα μπορούν να επιφέρουν και όντα της θάλασσας, όπως οι τσούχτρες και οι μέδουσες.

Tα τσιµπήµατα µπορεί να προκαλέσουν τοπικές ή γενικευµένες αντιδράσεις, οι οποίες µπορούν να υποχωρήσουν από µόνες τους, χωρίς ιδιαίτερη αντιµετώπιση, ή µπορεί να ταλαιπωρήσουν το άτοµο, αν το σηµείο του τσιµπήµατος επιµολυνθεί ή αν το άτοµο είναι αλλεργικό.

Τα πιο συχνά τσιµπήµατα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είναι τα τσιµπήµατα από κουνούπια. Μετά το τσίµπηµα εµφανίζεται εξάνθηµα στο σηµείο του δήγµατος µε έναν ή περισσότερους ποµφούς, που διαρκούν για 3-4 ώρες ή και περισσότερο.

Σε κάποιες περιπτώσεις µπορούν να εµφανιστούν φουσκάλες (ποµφόλυγες) µε υγρό, οι οποίες είναι πιο συχνές στα παιδιά και κυρίως στα κάτω άκρα.

Βασικό χαρακτηριστικό της παρασιτικής κνήφης, εκτός από τα εξανθήµατα, είναι ο έντονος κνησµός.

Μετά από κάθε τσίµπηµα, αφού το εξάνθηµα υποχωρήσει, είναι πιθανό να δηµουργηθεί στο δέρµα µία σκουρόχρωµη κηλίδα. Αυτή λέγεται µεταφλεγµονώδης υπερµελάγχρωση.

Πρόληψη

Μπορούµε να προστατευθούµε από τα τσιµπήµατα των εντόµων φροντίζοντας να φοράµε δροσερά ρούχα µε µακριά µπατζάκια ή µανίκια, χρησιµοποιώντας στο σπίτι σήτες και εντοµοαπωθητικά, αλλά και µε τους ανάλογους ψεκασµούς, αν βρισκόµαστε σε µέρη µε έντονη παρουσία εντόµων.

Ποτίζουµε το πρωί και αποφεύγουµε να έχουµε στάσιµα νερά στο µπαλκόνι ή στον κήπο µας. Καθαρίζουµε καλά µε ηλεκτρική σκούπα τα σπίτια που έχουν να κατοικηθούν πολύ καιρό (π.χ. εξοχικά), ώστε να αποµακρύνουµε αράχνες, κοριούς και ψύλλους. Αερίζουµε καλά και ψεκάζουµε τα στρώµατα.

Είναι χαρακτηριστικό πως έντοµα όπως οι ψύλλοι µπορούν να επιβιώσουν για πολλούς µήνες, χωρίς την παρουσία του ξενιστή (κατοικιδίου) σε ένα σπίτι ή σε έναν κήπο.

Αντιµετώπιση

Κουνούπια: Χρησιµοποιούµε τοπικά κρέµα κορτιζόνης για µερικές ηµέρες ή κρέµα µε συνδυασµό αντιβιοτικού και κορτιζόνης, αντιισταµινικά από το στόµα για την ελαχιστοποίηση του κνησµού και αντιβιοτικά, σε περίπτωση επιµόλυνσης.

Κοριοί: Το ίδιο όπως στα κουνούπια.

Μέλισσες-Σφήκες: Σε αντίθεση µε τις σφήκες, κατά το τσίµπηµα της µέλισσας το κεντρί αποσπάται από την κοιλιακή χώρα του εντόµου και µένει στο δέρµα. Μετά από λίγη ώρα το έντοµο πεθαίνει.

Τα συµπτώµατα από το τσίµπηµα της µέλισσας είναι άµεσα: πόνος, τοπικό οίδηµα και ερύθηµα, µε έντονο κνησµό. Δηµιουργείται ένας ποµφός µε αιµορραγικό στίγµα στο κέντρο του.

Επειδή το δηλητήριο της µέλισσας περιέχει ισταµίνη, σε ευαίσθητα άτοµα µπορεί να προκληθεί αλλεργική αντίδραση έως και σοκ. Aν ο ασθενής είναι σε σοκ, συστήνεται η µεταφορά του στο νοσοκοµείο για τη χορήγηση ένεσης αδρεναλίνης και ενδοφλέφιων αντιισταµινικών.

Τι πρέπει να κάνουµε: Καθαρίζουµε την περιοχή µε σαπούνι και νερό ή αντισηπτικό. Αποµακρύνουµε το κεντρί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Εφαρµόζουµε κοµπρέσες µε κρύο νερό ή πάγο για να ελαττώσουµε την ένταση και τη διάρκεια του οιδήµατος. Χρησιµοποιούµε αντιισταµινικά από το στόµα για να µειώσουµε τον κνησµό και το οίδηµα. Κάνουµε τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Λαµβάνουµε παυσίπονα αν ο πόνος είναι έντονος, ακόµη και αγχολυτικά αν είναι αναγκαίο. Σε περίπτωση επιµόλυνσης, συστήνεται η λήψη αντιβιοτικών.

Αν ένα άτοµο γνωρίζει ότι είναι αλλεργικό στις µέλισσες, είναι καλό να έχει µαζί του: ένεση αδρεναλίνης, αντιισταµινικά χάπια, κρέµα κορτιζόνης (µε ή χωρίς αντιβιοτικό) και να έχει µελετήσει τόσο το άτοµο όσο και η οικογένειά του ή τα συνοδά άτοµα πώς θα χρησιµοποιηθεί η ένεση σε περίπτωση ανάγκης.

Αράχνες: Χρησιµοποιούµε κρύες κοµπρέσες στο σηµείο του τσιµπήµατος.

Τσιµπούρι: Τρέφεται µε το αίµα του ανθρώπου και όταν προσκολληθεί στο σώµα έχει την εµφάνιση ελιάς. Πρέπει να βγει ολόκληρο για να µην προκαλέσει προβλήµατα στη συνέχεια. Αν βρισκόµαστε σε περιοχή όπου υπάρχει κοντά γιατρός είναι σηµαντικό να απευθυνθούµε σε αυτόν για την αποµάκρυνσή του.

Αν το βγάλουµε µόνοι µας, χρησιµοποιούµε αιθέρα ή βενζίνη ή βαζελίνη, για να διευκολύνουµε την  πλήρη αποµάκρυνσή του.

Χρησιµοποιούµε τοπικά µια κρέµα συνδυασµού αντιβιοτικού και κορτιζόνης και πολύ συχνά απαιτείται η λήψη αντιβίωσης.

Συστήνεται έναν µε δύο µήνες µετά το τσίµπηµα (τα τσιµπούρια συνήθως µεταφέρουν το µικρόβιο Borrelia Burgdorferi) το άτοµο να ελεγχθεί για την ύπαρξη αντισωµάτων.

Σκορπιός: Έχει δύο πρόσθετες δαγκάνες και µια µακριά καµπυλωτή ουρά µε δηλητηριώδες κεντρί. Το κεντρί του σκορπιού έχει νευροτοξίνη και το τσίµπηµά του µπορεί να είναι θανατηφόρο. Το τσίµπηµα  προκαλεί έντονο πόνο, κάψιµο, πρήξιµο, ερυθρότητα, φλεγµονώδη αντίδραση της περιοχής (µπορούµε να βάλουµε κοµπρέσες, πάγο ή τοπικό αναισθητικό), ενώ µπορεί να προκαλέσει και συστηµατικές εκδηλώσεις: µυϊκούς σπασµούς, ιδρώτα, ναυτία, εµέτους, σιελόρροια και ταχυκαρδία.

Συστήνεται η επίσκεψη στο νοσοκοµείο για την αντιµετώπιση των συµπτωµάτων και η χορήγηση αντίδοτου, αν υπάρχει.

Ψύλλοι: Τα δήγµατα του ψύλλου είναι ιδιαιτέρως κνησµώδη. Είναι ερυθρές µικρές βλατίδες που εµφανίζονται σε οµάδες. Και εδώ η αντιµετώπιση περιλαµβάνει τη χρήση κρεµών τοπικά, αντιισταµινικών από το στόµα και αντιβιοτικών σε περίπτωση επιµόλυνσης.

Μέδουσες-Τσούχτρες: Έχουν πλοκάµια και αν έλθουν σε επαφή µε το δέρµα µας απελευθερώνουν νηµατοκύστεις µε δηλητήριο, οι οποίες ενεργοποιούνται αν τις τρίψουµε ή αν τους ρίξουµε γλυκό νερό. Ως αποτέλεσµα, προκαλείται καύσος στην περιοχή και εµφανίζεται βλατιδοφυσαλιδώδες εξάνθηµα σε γραµµοειδή διάταξη, ερύθηµα και πρήξιµο. Μπορεί να εµφανιστούν συστηµατικές εκδηλώσεις, όπως ρίγη, ναυτία, κακουχία, έµετος, και σε ευαισθητοποιηµένα άτοµα, ακόµη και σοκ.

Πώς πρέπει να αντιδράσουµε σε περίπτωση τσιµπήµατος; Να βγούµε αµέσως από τη θάλασσα. Να αποµακρύνουµε τις νηµατοκύστεις και να µην τρίψουµε την περιοχή. Να µην πλύνουµε την περιοχή µε γλυκό νερό ή µε ανθρώπινα ούρα, αλλά µε ξίδι, διττανθρακικό νάτριο ή θαλασσινό νερό. Συστήνεται επίσης η λήψη παυσίπονων και αντιισταµινικών, κορτιζόνης και αδρεναλίνης σε περίπτωση σοκ.

Αχινοί: Τα αγκάθια του αχινού προκαλούν τοπικό ερεθισµό και πόνο, καθώς περιέχουν νευροτοξίνη. Είναι σηµαντικό να προσπαθήσουµε να µην πατήσουµε το σηµείο για να µην εισχωρήσουν πιο βαθιά τα αγκάθια, να καθαρίσουµε τοπικά την περιοχή και να επιχειρήσουµε να βγάλουµε όσα περισσότερα αγκάθια µπορούµε. Βάζουµε την πάσχουσα περιοχή µέσα σε ζεστό νερό για να τη µαλακώσουµε και να βγάλουµε πιο εύκολα τα αγκάθια. Η εφαρµογή κρεµών και βαζελίνης τοπικά µπορεί επίσης να βοηθήσει. Ο οργανισµός αναγνωρίζει ως ξένο σώµα τα αγκάθια και προσπαθεί να τα αποβάλει. Έτσι, µπορεί να δηµιουργηθούν τοπικά κοκκιώµατα. Τα κοκκιώµατα µπορούν να αντιµετωπιστούν µε χειρουργική αφαίρεση ή µε κρυοθεραπεία.

Αν οι βλάβες είναι εκτεταµένες, καλό είναι να συµβουλευόµαστε τον δερµατολόγο µας για την αντιµετώπιση τόσο των συµπτωµάτων όσο και της τυχόν επιµόλυνσης. Η επιµόλυνση είναι κάτι που είναι πολύ συχνό, καθώς ξύνοντας το δέρµα µεταφέρουµε στο σηµείο της βλάβης τα µικρόβια που υπάρχουν φυσιολογικά πάνω στο δέρµα µας. Σε αυτή την περίπτωση, ο γιατρός θα µας χορηγήσει την ενδεικνυόµενη θεραπεία.


Η Health Editor Προτείνει: