ΜΙΝΑ ΓΚΑΓΚΑ
Πνευμονολόγος, Συντονίστρια Διευθύντρια 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Νοσημάτων Θώρακος «Η Σωτηρία»

Βρέθηκε στην «πρώτη γραμμή», στη μεγαλύτερη μάχη που κλήθηκαν να δώσουν φέτος γιατροί από όλο τον κόσμο – τη μάχη κατά του άγνωστου εχθρού που λέγεται κορωνοϊός, τη μάχη ενάντια σε μια πανδημία που δεν είχε ζήσει η ανθρωπότητα εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια. Η Μίνα Γκάγκα, Πνευμονολόγος, Συντονίστρια Διευθύντρια της 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Νοσημάτων Θώρακος «Η Σωτηρία», μοιράζεται μαζί μας τα συναισθήματα όλης αυτής της δύσκολης διαδρομής, ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον και υπενθυμίζει σε όλους ότι «πρέπει να προσέχουμε».

Συνέντευξη στη Νεκταρία Καρακώστα

Πού βρισκόµαστε σήµερα σε σχέση µε την πανδηµία;

Αυτή τη στιγµή στο νοσοκοµείο µας έχουµε ένα πολύ µικρό τµήµα και νοσηλεύουµε ελάχιστους ασθενείς µε COVID-19. Το υπόλοιπο νοσοκοµείο έχει πλέον επιστρέψει σε µια κανονικότητα και βλέπουµε πλέον όλα τα περιστατικά που βλέπαµε και προ κορωνοϊού.

Με το άνοιγµα του τουρισµού, υπάρχει σαφώς φόβος για τα εισαγόµενα κρούσµατα και κατά πόσον µπορεί να υπάρξει διασπορά στην κοινότητα.

Υπάρχει µια πολύ καλή επιτήρηση (surveillance), ωστόσο µε τις σηµερινές συνθήκες, τα ταξίδια και τις µετακινήσεις, όλο και κάτι µπορεί να ξεφύγει.

Δεν είναι τα πράγµατα όπως ήταν, π.χ., πριν από 100 χρόνια, στην ισπανική γρίπη. Πρέπει να προσέχουµε καθηµερινά και πολύ περισσότερο για να σταµατήσουµε τη µετάδοση του ιού.

Πόσα άτοµα νοσήλευσε η κλινική σας και το νοσοκοµείο σας;

Συνολικά στο νοσοκοµείο νοσηλεύτηκαν 295 άτοµα µε κορωνοϊό (από αυτά 40 στην κλινική µας). Το «Σωτηρία» διαχειρίστηκε δηλαδή περίπου το 1/3 των ασθενών µε COVID-19 που είχαµε σε όλη την Ελλάδα.

Πόσο δύσκολη ήταν και είναι η καθηµερινότητα σε ένα νοσοκοµείο αναφοράς για τον κορωνοϊό;

Ηδη από την αρχή, λόγω της εξειδίκευσης του νοσοκοµείου στα αναπνευστικά νοσήµατα, ήµασταν νοσοκοµείο αναφοράς για τον COVID και η καθηµερινότητά µας ήταν πολύ δύσκολη. Είχαµε ροές ασθενών και έπρεπε να ξεχωρίσουµε ποιοι είναι θετικοί, ποιοι όχι, για να µπορέσουµε στους µεν πρώτους να δώσουµε την κατάλληλη αγωγή, αλλά και να προστατεύσουµε τους υπόλοιπους – να µην υπάρξει µετάδοση δηλαδή. Αργότερα, γίναµε ουσιαστικά νοσοκοµείο αποκλειστικά για νοσηλεία COVID. Ευτυχώς, πήγαν όλα καλά.

Αυτό που µας βοήθησε πολύ ήταν ότι ως νοσοκοµείο έχουµε πολύ µεγάλη εµπειρία µας στην αντιµετώπιση ιογενών λοιµώξεων του αναπνευστικού – έτσι είµαστε µαθηµένοι να προσέχουµε τη µετάδοση.

Κάτι άλλο, πολύ σηµαντικό, ήταν ότι δεν κατακλυστήκαµε από κόσµο όπως έγινε σε άλλες χώρες. Αυτό µας βοήθησε πολύ, γιατί είχαµε χρόνο να σκεφθούµε πώς να διαχειριστούµε κάθε ασθενή και να ελέγξουµε µε πολύ µεγάλη λεπτοµέρεια πού έπρεπε να παρέµβουµε και αυτό µας έδωσε µεγαλύτερη ηρεµία.

Μετά την πρώτη εβδοµάδα, καταφέραµε να διαχειριζόµαστε πολύ καλά τους ασθενείς µας χωρίς να τους διασωληνώνουµε – άλλωστε τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι οι ασθενείς µε κορωνοϊό αναρρώνουν γρηγορότερα ή καλύτερα στη µονάδα. Έτσι, δηµιουργήθηκε ένα αίσθηµα ασφάλειας σε όλους – και σε εµάς τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και γενικά το προσωπικό, και στους ασθενείς µας.

Ποια ήταν τα στοιχεία/µέτρα εκείνα που µας έκαναν να έχουµε τόσο καλά αποτελέσµατα;

Ο κυριότερος λόγος που η χώρα µας τα πήγε πολύ καλά στην αντιµετώπιση του κορωνοϊού ήταν ότι πήρε τα µέτρα πολύ νωρίς.

Βλέπουµε πολύ µεγάλη διαφορά ανάµεσα στα δικά µας αποτελέσµατα και τις χώρες που άργησαν πολύ να πάρουν µέτρα ή/και που σε έναν βαθµό δεν παίρνουν ακόµη µέτρα.

Χώρες µε πολύ προηγµένα συστήµατα υγείας, η Βρετανία και η Ιταλία για παράδειγµα, που δεν έλαβαν µέτρα εγκαίρως, έχουν τον µεγαλύτερο αριθµό θανάτων στην Ευρώπη. Είδαµε στην Ιταλία και στη Βρετανία να εφαρµόζουν ιατρική µάχης – εµείς ευτυχώς δεν βιώσαµε τέτοιες καταστάσεις.

Φάνηκε λοιπόν ότι αν κάποιος πάρει τα µέτρα νωρίς (αυτό το είχαµε δει ιστορικά και στην ισπανική γρίπη, ότι οι πολιτείες και οι πόλεις που πήραν µέτρα νωρίς µείωσαν τον αριθµό των θανάτων κάτω από το µισό) έχει πολύ καλύτερα αποτελέσµατα σε σχέση µε εκείνους που άργησαν να πάρουν µέτρα.

Πιστεύετε πως στη συµµόρφωσή µας βοήθησε και αυτό που βλέπαµε να γίνεται στην Ιταλία;

Ναι, νοµίζω πως µας βοήθησε πολύ. Αν και ακόµη και σήµερα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως δεν πρόκειται για πανδηµία.

Αν δεν παίρναµε τα µέτρα νωρίς, θα είχαµε εκατόµβες θυµάτων. Ας µην ξεχνάµε ότι ο ιός δεν πλήττει µόνο ηλικιωµένους – µπορεί οποιοσδήποτε ασθενής να µην πάει καλά. Χάθηκαν και νέοι άνθρωποι σε αυτή τη διαδροµή.

Ποια ήταν τα κύρια συναισθήµατα όταν βρισκόµασταν στο peak της επιδηµίας – τα συναισθήµατα για το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και τα συναισθήµατα των ασθενών;

Σίγουρα υπήρχε φόβος. Ήµασταν αντιµέτωποι µε κάτι εντελώς νέο, είχαµε δει τους πολλούς θανάτους στις χώρες από τις οποίες είχε περάσει η επιδηµία.

Όταν όµως αρχίσαµε να διαχειριζόµαστε ασθενείς, όταν αρχίσαµε να το µαθαίνουµε και να το αντιµετωπίζουµε όλο αυτό, τα πράγµατα άλλαξαν πολύ. Ο φόβος άρχισε να µειώνεται.

Μας βοήθησαν πολύ δύο πράγµατα: α. Ότι δουλέψαµε πάρα πολύ καλά ως οµάδα και β. ότι συνειδητοποιήσαµε πολύ νωρίς πόσο σηµαντικά ήταν τα αντιπηκτικά στη διαχείριση της νόσου. Τα δώσαµε νωρίς (όπως δώσαµε και στεροειδή σε ασθενείς που κάνουν την έντονη ανοσολογική αντίδραση) και τα αποτελέσµατα ήταν εξαιρετικά.

Ένα άλλο δύσκολο κοµµάτι ήταν αυτό των ασθ

ενών. Και σε αυτούς υπήρχε φόβος, ενώ υπήρχε και το πρόβλ

ηµα ότι δεν είχαν κοντά τους τους αγαπηµένους τους ανθρώπους. Το τηλέφωνο εδώ µας βοήθησε αρκετά. Περνούσαµε πολλές ώρες στο τηλέφωνο, τόσο µε τους ασθενείς όσο και µε τους συγγενείς τους. Είναι πολύ δύσκολο ένας ασθενής να φοβάται και να µην του επιτρέπεται να δέχεται επισκέψεις.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο σηµείο όλης αυτής της διαδροµής;

Η εφηµερία στα επείγοντα και η προσπάθεια να προστατεύσουµε τόσο τους ανθρώπους που έρχονταν εκεί όσο και το προσωπικό µας. Στην αρχή δεν ήξερες ποιος ήταν θετικός και ποιος αρνητικός – ειδικά σε ένα νοσοκοµείο που δέχεται κυρίως αναπνευστικά νοσήµατα, συµβατά µε τη συνδροµή. Ήταν δύσκολο να διαχειριστούµε όλο αυτόν τον κόσµο µε απόλυτη ασφάλεια για όλους.

Το δεύτερο δύσκολο σηµείο ήταν όταν έµπαινε η διάγνωση και η διαχείριση των ασθενών: Έπρεπε να είναι ενηµερωµένοι, αλλά τα µηνύµατα να δίδονται µε αισιοδοξία, ώστε οι ασθενείς (οι οποίοι νοσηλεύονταν για µεγάλο διάστηµα, 18-20 ηµερών) να αισθάνονται ασφαλείς.

Αληθεύει ότι οι ασθενείς που βγαίνουν από το νοσοκοµείο χρειάζονται ειδική αποκατάσταση;

Οι ασθενείς βγαίνουν από το νοσοκοµείο πολύ ταλαιπωρηµένοι και αισθάνονται µεγάλη κούραση για µεγάλο χρονικό διάστηµα.

Τα καλά νέα είναι ότι σε ασθενείς που έρχονται τώρα για επανέλεγχο, ασθενείς που είχαν εµφανίσει βαριές πνευµονίες, βλέπουµε ότι οι αξονικές τους τοµογραφίες είναι εντελώς φυσιολογικές. Ότι η νόσος, δηλαδή, µόλις δύο µήνες µετά, δεν έχει αφήσει κανένα υπόλειµµα στους πνεύµονές τους. Ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε µονάδες, βέβαια, χρειάζονται αποκατάσταση και περισσότερο χρόνο να αναρρώσουν.

Το τελευταίο διάστηµα βλέπουµε µια χαλάρωση των µέτρων. Ποια είναι η θέση σας;

Είναι αναµενόµενη µια χαλάρωση. Είναι καλοκαίρι, περάσαµε αρκετό καιρό µέσα στο σπίτι. Ωστόσο, πρέπει να θυµόµαστε τι πρέπει να προσέχουµε, ειδικά τώρα που ξεκινάνε τα ταξίδια και αυξάνονται οι κοινωνικές συναναστροφές. Ας µην ξεχνάµε ότι η κοντινή επαφή ακόµη και στον έξω χώρο είναι µεταδοτική και ότι ακόµη και σε χώρες που είχαν πολλά κρούσµατα, το µεγαλύτερο µέρος του πληθυσµού δεν έχει αποκτήσει ακόµη ανοσία.

Περιµένετε να δυσκολέψουν τα πράγµατα όσο ο αριθµός των τουριστών θα αυξάνεται; Πόσο σας ανησυχεί η έκρηξη της επιδηµίας στα Βαλκάνια;

Είναι πιθανό να δυσκολέψουν, παρά το γεγονός ότι έχει γίνει µια αρκετά καλή προετοιµασία. Ακόµη και ένα αρνητικό τεστ σε κάποιον που έρχεται από το εξωτερικό δεν σηµαίνει ότι δεν θα εκδηλώσει τη νόσο 3 µέρες µετά. Για αυτό και πρέπει να προσέχουµε συνέχεια. Μέχρι να έχουµε ένα εµβόλιο ή µέχρι τα κρούσµατα να µειωθούν πολύ.

Εµένα µε κάνει να αισθάνοµαι καλύτερα το γεγονός ότι υπάρχει καθηµερινή επιτήρηση και έλεγχος µε ανακοίνωση κρουσµάτων. Από την άλλη πλευρά, δεν θέλει και πολύ για να «στραβώσει».

Είµαστε πλέον έτοιµοι για ένα δεύτερο κύµα;

Θέλουµε πραγµατικά να το αποφύγουµε, αλλά, αν χρειαστεί, είµαστε έτοιµοι.

Πιστεύω ότι όλο αυτό που περάσαµε λειτούργησε σαν άσκηση για το µέλλον και πως αν έχουµε δεύτερο κύµα (που πιθανότατα θα έχουµε) θα είµαστε πολύ πιο έτοιµοι να πάρουµε όλα τα µέτρα.

Μέχρι τότε, είναι πολύ σηµαντικό να προσέχουµε όλοι, γιατί η συγκεκριµένη λοίµωξη είναι δύσκολη για κάθε ασθενή.

Είστε µέλος του Δ.Σ. της Global Alliance against Respiratory Diseases του ΠΟΥ. Πόσο σηµαντικό θεωρείτε τον εµβολιασµό παιδιών και ευπαθών οµάδων (π.χ. κατά της γρίπης και του πνευµονιόκοκκου) ιδίως υπό την απειλή ενός νέου κύµατος κορωνοϊού το φθινόπωρο;

Το θεωρώ απόλυτα σηµαντικό τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά. Πάντα, και ακόµα πιο επιτακτικά τώρα, γιατί έχει φανεί ότι τα εµβόλια βοηθούν γενικά το ανοσοποιητικό ώστε να τα βγάλει καλύτερα πέρα και µε τον κορωνοϊό.

Είναι εντελώς λάθος οι γονείς να µην εµβολιάζουν τα παιδιά τους µε όλα τα εµβόλια που υπάρχουν διαθέσιµα για την προστασία τους.

Είναι σαφές ότι πρέπει να εµβολιαζόµαστε. Τα εµβόλια έχουν σώσει ζωές σε όλο τον κόσµο, είναι καλά ελεγµένα και οι παρενέργειές τους είναι µόλις το 1 χιλιοστό των προβληµάτων που θα µπορούσαν να δηµιουργηθούν αν δεν υπήρχαν τα εµβόλια.

Ως προς τον αντιγριπικό εµβολιασµό, θα ήθελα να επισηµάνω ότι στο «Σωτηρία» διαχειριστήκαµε ασθενείς που είχαν και γρίπη και κορωνοϊό µαζί. Μπορεί τελικά να τα κατάφεραν, αλλά δεν είναι αστείο να έχεις να παλέψεις µε δύο ή µε τρεις ασθένειες.

Και αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο στις λοιµώξεις του αναπνευστικού – γενικά βλέπουµε πολύ συχνά ασθενείς να έχουν περισσότερα από ένα παθογόνα, δηλαδή και µικρόβιο και ιό ή δύο µικρόβια ή δύο ιούς.

Εποµένως, είναι πολύ σηµαντικά τόσο τα εµβόλια όσο και η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.

Για να κλείσουµε, νοµίζω ότι θα ήθελα να προσθέσω ότι αντιµετωπίσαµε την πανδηµία όλοι µαζί καλά, οι δοµές του ΕΣΥ έχουν αρχίσει να αναβαθµίζονται και πιστεύω ότι αυτή η στήριξη και η κοινωνική συνοχή είναι ελπιδοφόρες για το µέλλον.