1. Χωρίς γαλακτοκομικά και vegan

Το γάλα αμυγδάλου είναι ένα ρόφημα φυτικής προέλευσης και δεν περιέχει γαλακτοκομικά, γεγονός που το καθιστά κατάλληλη επιλογή για όσους έχουν αλλεργία στο αγελαδινό γάλα ή για όσους ακολουθούν μια vegan διατροφή, σύμφωνα με το άρθρο της ιστοσελίδας Health.

  1. Δεν περιέχει φυσικά λακτόζη

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να χωνέψει το σάκχαρο που βρίσκεται φυσικά στα ζωικά γάλατα, που ονομάζεται λακτόζη. Τα αμύγδαλα είναι φυσικά απαλλαγμένα από λακτόζη, καθιστώντας το γάλα αμυγδάλου κατάλληλη εναλλακτική λύση για κάποιον με αυτή την πάθηση.

  1. Μπορεί να είναι χρήσιμη πηγή ασβεστίου

Για όσους ακολουθούν μια φυτική ή vegan διατροφή, το εμπλουτισμένο γάλα αμυγδάλου συμβάλλει χρήσιμα στην πρόσληψη ασβεστίου. Τα εμπορικά προϊόντα που είναι εμπλουτισμένα, συνήθως παρέχουν περίπου 120mg ασβεστίου ανά 100ml, το οποίο είναι συγκρίσιμο με το αγελαδινό γάλα. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση για τους ενήλικες για αυτό το μέταλλο είναι 700mg. Το σπιτικό γάλα αμυγδάλου δεν αποτελεί καλή πηγή αυτού του μετάλλου.

  1. Μπορεί να αποτελεί πηγή βιταμινών

Τα αμύγδαλα αποτελούν καλή πηγή βιταμίνης Ε, η οποία είναι ένα σημαντικό αντιοξειδωτικό που συμβάλλει στη διατήρηση υγιούς δέρματος και ματιών, καθώς και στην υποστήριξη του ανοσοποιητικού συστήματος. Ορισμένες εμπορικές μάρκες είναι εμπλουτισμένες με πρόσθετες βιταμίνες, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης D, η οποία είναι απαραίτητη για τη ρύθμιση του ασβεστίου στο σώμα. Η βιταμίνη Β12 βρίσκεται φυσικά σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης, οπότε τα περισσότερα εμπλουτισμένα φυτικά “γάλατα” έχουν πρόσθετη βιταμίνη Β12, η οποία είναι σημαντική για τη διατήρηση της υγείας του νευρικού συστήματος.