Τα φάρμακα που παίρνουμε αλληλεπιδρούν με τις τροφές που τρώμε και επιπλέον επηρεάζουν τη διαιτητική μας κατάσταση. Αλλά και αντίστροφα: Tο πώς θα δράσει ένα φάρμακο στον οργανισμό μας έχει άμεση σχέση με την τροφή μας. Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό, όταν για οποιοδήποτε λόγο λαμβάνουμε ένα φάρμακο, να γνωρίζουμε αν θα πρέπει να το λαμβάνουμε με άδειο ή με γεμάτο στομάχι.

Γενικά η λήψη τροφής μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση των φαρμάκων και κατ’ επέκταση τη συνολική βιοδιαθεσιμότητά τους με διάφορους τρόπους.
Οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων – τροφής ταξινομούνται σε 5 βασικές κατηγορίες και συγκεκριμένα σε αυτές που προκαλούν:

α) μείωση της απορρόφησης,

β) καθυστέρηση της απορρόφησης,

γ) αύξηση της απορρόφησης,

δ) επιτάχυνση της απορρόφησης και

ε) καμία μεταβολή στην απορρόφηση.

Η μείωση της απορρόφησης ή ο καθυστερημένος ρυθμός απορρόφησης οφείλεται συνήθως στον μειωμένο ρυθμό γαστρικής κένωσης και/ή στο αυξημένο γαστρικό pH εξαιτίας της πέψης της τροφής. Γενικά πάντως η καθυστέρηση στην απορρόφηση του φαρμάκου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα απορροφηθεί λιγότερη ποσότητα φαρμάκου, αλλά ότι μπορεί να απαιτηθεί περισσότερος χρόνος για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα.
Η καθυστερημένη απορρόφηση του φαρμάκου είναι πολύ πιθανό να καθυστερήσει την έναρξη της θεραπευτικής δράσης του φαρμάκου, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι κλινικά σημαντικό.

Από την άλλη πλευρά, τα φάρμακα των οποίων η απορρόφηση αυξάνεται με τη λήψη τροφής είναι συνήθως φάρμακα που φυσιολογικά παρουσιάζουν ημιτελή απορρόφηση από το εντερικό επιθήλιο λόγω της φτωχής τους διαλυτότητας στα γαστρικά υγρά. Σε αυτήν την περίπτωση η παρατεταμένη γαστρική κένωση και η αυξημένη έκκριση χολικών αλάτων ως αποτέλεσμα της λήψης τροφής μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένο ρυθμό διαλυτοποίησης των εν λόγω φαρμάκων και κατ’ επέκταση σε αύξηση της απορρόφησής τους.

Στην κατηγορία εκείνη των αλληλεπιδράσεων φαρμάκων – τροφής όπου η απορρόφηση παραμένει σχεδόν αμετάβλητη υπάγονται φάρμακα που γενικά δεν επηρεάζονται από τις προκαλούμενες από την τροφή φυσικοχημικές αλλαγές στο εσωτερικό του γαστρεντερικού αυλού. Σε τέτοιες περιπτώσεις η κάψουλα με το φάρμακο μπορεί να ανοιχθεί ή το δισκίο να κοπεί και να θρυμματισθεί και το περιεχόμενό του να αναμιχθεί άφοβα με το φαγητό ή με φρουτοχυμό. Το γεγονός αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία στην ευκολία συμμόρφωσης και λήψης της φαρμακευτικής αγωγής από ομάδες πληθυσμού με ιδιαιτερότητες, όπως οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά.

Ηπατικός μεταβολισμός
Η πλειοψηφία των επιδράσεων των τροφών στον μεταβολισμό των φαρμακευτικών μορίων αφορούν στις αντιδράσεις του ηπατικού μεταβολισμού.
Η ένδεια θρεπτικών συστατικών (πρωτεΐνες, τοκοφερόλη, ρετινόλη, απαραίτητα λιπαρά οξέα, ψευδάργυρος, χαλκός, σελήνιο, κάλιο κ.ά.) μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση στη μεταβολική ικανότητα των ηπατικών ενζυμικών συστημάτων, μειώνοντας το τελικό ποσοστό βιομετατροπής των φαρμάκων. Επίσης, η αυξημένη βιομετατροπή απαιτεί και αυξημένη ενέργεια, θειαμίνη και σίδηρο – συστατικά τα οποία μπορεί να μειωθούν σημαντικά ή και να εξαντληθούν.
Επίσης, η υπέρμετρη πρόσληψη βιταμινών μπορεί να επηρεάσει τη δράση των φαρμάκων. Για παράδειγμα, η αυξημένη πρόσληψη πυριδοξίνης (βιταμίνης Β6) μπορεί να αυξήσει τον μεταβολισμό και κατά συνέπεια να μειώσει την αποτελεσματικότητα της λεβοντόπας στη νόσο του Parkinson. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μειούμενης ανταπόκρισης των παρκινσονικών ασθενών στη φαρμακοθεραπεία έχουν εφαρμοσθεί δίαιτες πτωχές σε πρωτεΐνες (50-60g/ημέρα). Η συχνή κατανάλωση τροφών ψημένων στα κάρβουνα, λόγω των παραγόμενων αρωματικών πολυκυκλικών υδρογονανθράκων, προκαλεί ενζυμική επαγωγή του ηπατικού μεταβολικού συστήματος P-450 και του εντερικού επιθηλίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο μεταβολισμό αρκετών φαρμάκων που υφίστανται βιομετατροπή κυρίως στο ήπαρ και την επίτευξη υποθεραπευτικών επιπέδων φαρμάκων στο πλάσμα. Παρόμοιο αποτέλεσμα, μέσω του ίδιου μηχανισμού, επιφέρει η συχνή κατανάλωση ορισμένων οπωροκηπευτικών, όπως τα λαχανάκια Βρυξελλών, λόγω κάποιων ιδιαίτερων συστατικών που αυτά περιέχουν.

Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η αλληλεπίδραση μεταξύ των αντιπηκτικών φαρμάκων και των τροφών που είναι πλούσιες σε βιταμίνη Κ. Τα κουμαρινικά αντιπηκτικά ανήκουν στην κατηγορία των ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ και χρησιμοποιούνται ευρέως στην καθημερινή κλινική πράξη στη ρύθμιση της πήξης του αίματος. Οι ασθενείς με προβλήματα πηκτικότητας πρέπει να αποφεύγουν την προσθήκη στο διαιτολόγιό τους υπερβολικών ποσοτήτων λαχανικών και γενικά πλούσιων σε βιταμίνη Κ πηγών. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργούνται πολλά προβλήματα στην ορθή ρύθμιση της δοσολογίας των αντιπηκτικών φαρμάκων.

Και ο χυμός του γκρεϊπφρουτ έχει απασχολήσει αρκετά την επιστημονική κοινότητα, κυρίως για την ανακάλυψη του πλήρους μηχανισμού μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας ορισμένων φαρμάκων. Ο χυμός του γκρεϊπφρούτ είναι γνωστό ότι περιέχει διάφορα φλαβονοειδή (π.χ. ναρινγίνη, ναρινγενίνη, κιρκετίνη κ.ά.) τα οποία αναστέλλουν τη δραστηριότητα ενός ενζυμικού υποστρώματος του ήπατος. Την ίδια ενζυμική αναστολή του φαίνεται ότι πετυχαίνουν και άλλα συστατικά του χυμού, όπως οι φουρανοκουμαρίνες.

Αλληλεπιδράσεις βιταμινών – φαρμάκων
Παρόλο που τα διατροφικά συμπληρώματα συμβάλλουν στην καλή υγεία, κάποια δύνανται να αλληλεπιδράσουν με τα φάρμακα.
Οι αλληλεπιδράσεις φυσικών προϊόντων – φαρμάκων βασίζονται στις ίδιες φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές αρχές που βασίζονται και οι αλληλεπιδράσεις τροφών – φαρμάκου.
Μπορούν να λάβουν χώρα τόσο με τις υδατοδιαλυτές όσο και με τις λιποδιαλυτές βιταμίνες μέσω μιας πληθώρας εμπλεκόμενων μηχανισμών.
Για παράδειγμα, τα αντιβιοτικά, επειδή μεταβάλλουν την εντερική χλωρίδα, μπορεί να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών. Κάποια άλλα φάρμακα μπορούν να επάγουν τα ενζυμικά υποσυστήματα του ήπατος, επιταχύνοντας τον μεταβολισμό συγκεκριμένων βιταμινών. Είναι επίσης γνωστό ότι αρκετά φάρμακα μπορούν να μεταβάλλουν τις ημερήσιες απαιτήσεις του οργανισμού σε βιταμίνες. Μια ομάδα ανθρώπων που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής είναι οι ηλικιωμένοι. Αυτή η ομάδα τυπικά χρησιμοποιεί περισσότερα συνταγογραφημένα φάρμακα και είναι πιο ευάλωτη στο να έχει κάποιες παρενέργειες λόγω αλληλεπιδράσεων.

Τι θα πρέπει να προσέχει ο ιατρός
✤ Να λαμβάνει υπόψη του τις πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων – τροφής κάθε φορά που ο ασθενής αρχίζει ή διακόπτει τη φαρμακευτική του αγωγή.
✤ Να σχεδιάζονται οι ώρες των γευμάτων, ώστε να μεγιστοποιηθεί η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου.
✤ Να παρακολουθείται η διατροφική κατάσταση του ασθενούς (ηλεκτρολύτες, αλβουμίνη, βάρος).
✤ Εάν υπάρχει πιθανότητα αλληλεπίδρασης φαρμάκου – τροφής, να τροποποιείται η δίαιτα του ασθενούς, να αλλάζει το σχήμα χορήγησης του φαρμάκου ή να αλλάζει το φάρμακο.

Οι ιατροί και οι φαρμακοποιοί είναι γνώστες των αλληλεπιδράσεων. Το εκρηκτικό ενδιαφέρον του κοινού για τα προϊόντα βοτάνων, βιταμινών, εναλλακτικής ιατρικής και ευεξίας, παράλληλα με τη φαρμακευτική αγωγή, έχει ωθήσει τους φαρμακοποιούς στο να εντείνουν την παροχή συμβουλών στον τομέα των αλληλεπιδράσεων, τόσο των φαρμάκων όσο και των συμπληρωμάτων διατροφής, πολλές φορές μάλιστα παρέχοντας και εκπαιδευτικό υλικό.
Για τον λόγο αυτό οφείλουν οι ασθενείς να ενημερώνουν τον φαρμακοποιό τους για τη λήψη σκευασμάτων (φαρμακευτικών και συμπληρωμάτων), έτσι ώστε να αποφεύγονται οι αλληλεπιδράσεις.