Έκπτωση στην ποιότητα ζωής βιώνουν οι άνθρωποι που πάσχουν από υπεριδρωσία, λόγω των ψυχολογικών και κοινωνικών επιπτώσεων που έχει η πάθηση. Η χρόνια αυτή διαταραχή φέρνει τους ασθενείς συνεχώς σε δυσάρεστη θέση, ντροπιάζοντάς τους καθημερινά στον επαγγελματικό και κοινωνικό τους περίγυρο. Επηρεάζει τα πάντα στη ζωή τους και κάθε ενέργειά τους φιλτράρεται συνειδητά ή ασυνείδητα από τις συνέπειες που θα έχει στον εαυτό τους και στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφονται.

Πολλές φορές τους απομονώνει, αφού η εικόνα τους απωθεί. Ακόμα εντονότερες είναι οι επιπτώσεις στους ανθρώπους που πάσχουν από βρωμιδρωσία, η οποία σχετίζεται με την υπεριδρωσία.

«Η εφίδρωση είναι απαραίτητη για τον οργανισμό, για τη διατήρηση της φυσιολογικής θερμοκρασίας του σώματος. Η υπεριδρωσία είναι μια παθολογική διαταραχή κατά την οποία το άτομο ιδρώνει περισσότερο από όσο έχει ανάγκη. Διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία έχει επιπολασμό περίπου 3%, εμφανίζεται περισσότερες από μία φορά την εβδομάδα, αποδιοργανώνει τις καθημερινές δραστηριότητες και διαρκεί τουλάχιστον για 6 μήνες. Συνήθως εκδηλώνεται κατά την εφηβεία και η αιτία είναι η υπερδιέγερση των αποκρινών αδένων που βρίσκονται στις παλάμες, τα πέλματα, τις μασχάλες και το πρόσωπο. Το 93% των ασθενών πάσχει από πρωτογενή υπεριδρωσία», μας εξηγεί  ο Πλαστικός Χειρουργός δρ Γεώργιος Βελημβασάκης.

«Η δευτερογενής υπεριδρωσία συνδέεται με υποκείμενες παθήσεις, όπως ο διαβήτης, και με ορισμένες φαρμακευτικές αγωγές, όπως τα στεροειδή», προσθέτει.

Ιδιαίτερα ενοχλητική είναι η μασχαλιαία υπεριδρωσία, αφού πάνω από το ένα τρίτο των πασχόντων αναφέρουν ότι η κατάσταση είναι ελάχιστα ανεκτή ή εντελώς απαράδεκτη και σχεδόν πάντα παρεμβαίνει στις καθημερινές δραστηριότητές τους. Έως τα δύο τρίτα αναφέρουν οικογενειακό ιστορικό, υποδηλώνοντας ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση. Παρόλο που η πάθηση εμφανίζεται και στα δυο φύλα, οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να την αναφέρουν.

«Υπάρχουν άτομα που ιδρώνουν πολύ και ο ιδρώτας τους έχει μια έντονα δυσάρεστη οσμή. Αυτό οφείλεται στη βακτηριακή αποσύνθεση της έκκρισης κυρίως από τους αποκρινείς αδένες, οι οποίοι ενεργοποιούνται με την είσοδο στην εφηβεία. Η υπεριδρωσία και η βρωμιδρωσία είναι δύο παθήσεις με στενούς δεσμούς, οι οποίες αποτελούν μακροπρόθεσμη πηγή επιβλαβούς συναισθηματικής και σωματικής δυσφορίας», επισημαίνει ο δρ Βελημβασάκης.

Ένα μικρό ποσοστό ασθενών πάσχουν από γενικευμένη πρωτοπαθή υπεριδρωσία, αλλά στο 90% των περιπτώσεων η πάθηση είναι εστιακή και οι περιοχές που επηρεάζονται συνήθως περιλαμβάνουν τις μασχάλες, τις παλάμες, τα πέλματα ή τις κρανιοπροσωπικές περιοχές. Για την αντιμετώπισή της υπάρχουν διάφορες μη χειρουργικές θεραπείες, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αντιιδρωτικά, ιοντοφόρηση, αντιχολινεργικά, θεραπεία με λέιζερ ή υπερήχους και θερμόλυση.

Η χρήση των τοπικά και από του στόματος θεραπευτικών σχημάτων που χρησιμοποιούνται ευρέως για τη θεραπεία της υπεριδρωσίας δεν προσφέρουν πάντα ικανοποιητικά αποτελέσματα και έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ερεθισμός του δέρματος ή ξηρότητα των γύρω ιστών. Υπάρχουν και χειρουργικές προσεγγίσεις, όπως η ενδοσκοπική συμπαθεκτομή και η υποδόρια θεραπεία λιποαναρρόφησης. Ωστόσο, εφαρμόζονται σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις και μετά από αποτυχία των συντηρητικών μεθόδων. Και αυτές, όμως, ενέχουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως ξηροδερμία.

Η έγχυση αλλαντικής τοξίνης (botox) είναι η πιο μελετημένη θεραπεία της υπεριδρωσίας και καταδεικνύει σταθερή βελτίωση των συμπτωμάτων και μείωση στην παραγωγή ιδρώτα. Η χρήση της έχει αποδειχθεί ότι είναι όχι μόνο κλινικά αποτελεσματική, αλλά προσφέρει και ικανοποίηση στον ασθενή. Μπορεί να θεωρηθεί θεραπεία πρώτης ή δεύτερης γραμμής για την υπεριδρωσία που επηρεάζει τις μασχάλες, τις παλάμες, τα πέλματα και το πρόσωπο.

Τα τελευταία χρόνια, η έγχυση νευροτοξίνης έχει αποκτήσει δημοτικότητα ως επιλογή θεραπείας, λόγω της υψηλής αντιιδρωτικής αποτελεσματικότητάς της. Μια πρόσφατη ανασκόπηση 8 μελετών που πραγματοποιήθηκε για την αξιολόγηση της επίδρασης των ενέσεων αλλαντικής τοξίνης στη θεραπεία των ασθενών με εστιακή υπεριδρωσία αλλά και στην ποιότητα ζωής τους, έδειξε ότι η θεραπεία αυτή μειώνει σημαντικά την παραγωγή ιδρώτα. Επιπρόσθετα, από τα αποτελέσματα της μελέτης που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Aesthetic Plastic Surgery διαπιστώθηκαν βελτιώσεις στη σοβαρότητα της νόσου και στις εκτιμήσεις των ασθενών για την ποιότητα ζωής τους.

Εξίσου αποτελεσματική έχει κριθεί από μελέτες ότι είναι η χρήση του botox στην αντιμετώπιση της βρωμιδρωσίας. Αν και οι μελέτες είναι λιγότερες από εκείνες που αφορούν στην υπεριδρωσία, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της νευροτοξίνης στη θεραπεία της μασχαλιαίας βρωμιδρωσίας, που απασχολεί και τους περισσότερους ασθενείς, έχει καταδειχθεί. Η έρευνα δείχνει ότι η χρήση της είναι μια εύκολη, γρήγορη και μη επεμβατική μέθοδος αντιμετώπισής της. Ακόμα και για την εφηβική μασχαλιαία βρωμιδρωσία, οι ενέσεις botox είναι ασφαλείς και αποτελεσματικές και τα αποτελέσματα διαρκούν. Ωστόσο, η ακριβής διάρκεια είναι μεταβλητή και η δοσολογία ρυθμίζεται βάσει της ατομικής απόκρισης στη θεραπεία.

«Το botox είναι γνωστό για τα άριστα αισθητικά αποτελέσματα που προσφέρει. Αλλά η νευροτοξίνη αυτή έχει εφαρμογή και για την αντιμετώπιση διαφόρων ιατρικών καταστάσεων. Τα άτομα που κάνουν ενέσεις Botox τείνουν να βλέπουν αποτελέσματα 2-4 ημέρες μετά τη θεραπεία και τα πλήρη αποτελέσματα είναι συνήθως αισθητά εντός 2 εβδομάδων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα διαρκούν έξι έως εννέα μήνες», καταλήγει ο δρ Γεώργιος Βελημβασάκης.

Επιμέλεια Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας