Συνήθως, με τον όρο θεωρίες συνωμοσίας αναφερόμαστε σε θεωρίες για υποτιθέμενα μυστικά σχέδια μίας ισχυρής κοινωνικής ομάδας που εξυπηρετούν την προώθηση των συμφερόντων της σε βάρος των υπολοίπων. Είναι τόσο παλιές όσο και η ανθρωπότητα. Ας δούμε για ποιον λόγο είναι τόσο δημοφιλείς.

Εξελικτικά είμαστε οι απόγονοι εκείνων που ανησυχούσαν υπερβολικά και έβλεπαν κινδύνους παντού. Οι πρόγονοί μας, που πίσω από κάθε θάμνο υπέθεταν πως κρύβεται κάποιο ζώο που τους κυνηγάει και αντίστοιχα φρόντιζαν να προφυλαχθούν, επιβίωσαν αρκετά, ώστε να μας μεταφέρουν τα γονίδιά τους. Την τάση αυτή να βλέπουμε παντού κίνδυνο την έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας.
Ως όντα με ένστικτο επιβίωσης έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε πως ο κόσμος μας είναι ασφαλής και προβλέψιμος. Αντίθετα, η ύπαρξή μας υπόκειται σε ασθένειες, πολέμους και απρόβλεπτες καταστάσεις. Η κατάσταση αυτή ενεργοποιεί την λειτουργία της γνωστικής ασυμφωνίας. Όταν, δηλαδή, συναντούμε καταστάσεις που έρχονται σε αντίθεση με τις βαθιές μας πεποιθήσεις, βλέπουμε τα δεδομένα με τέτοιο τρόπο που εξυπηρετεί τα πιστεύω και τις ανάγκες μας. Αντί, λοιπόν, να φοβόμαστε πως κινδυνεύουμε από τον κορονοϊό, είναι πιο ασφαλές συναισθηματικά να πιστεύουμε πως είναι κατασκεύασμα των κυβερνήσεων για να μας κρατούν σε τάξη.

Προκατάληψη της προσοχής
Ταυτόχρονα, λειτουργεί η ‘προκατάληψη της προσοχής’, δηλαδή το να δίνουμε σημασία μόνο στα δεδομένα που συμφωνούν με την άποψή μας και να απορρίπτουμε όλα τα άλλα. Έτσι, ενώ είναι αβάσιμο το ότι τα εμβόλια περιέχουν μικροτσίπ, πολλοί επιμένουν πως βρήκαν αποδείξεις.
Ουσιαστικά, πρώτα αποφασίζουμε πως έχουμε δίκιο και μετά ‘βλέπουμε’ μόνο όσα το επιβεβαιώνουν.

Επίσης, το γεγονός πως στο παρελθόν αποδείχθηκαν ως πραγματικές (ελάχιστες) θεωρίες που νοούνταν ως ‘συνωμοσία’, σίγουρα συμπτωματικά, ενισχύει τη θέση όσων τις πιστεύουν γενικότερα.
Ακόμα, όμως, και αν αποδειχθεί πως δεν ισχύει αυτό που πιστεύουν, ο πνευματικός κόπος, ώστε να αλλάξουν γνώμη και συνήθειες, είναι σίγουρα μεγαλύτερος από το να προσαρμόσουν αυτό που βλέπουν στις δικές τους ιδέες: ότι δεν κάνουν εκείνοι λάθος, αλλά οι πλούσιοι/ισχυροί προσπαθούν να τους φιμώσουν και για αυτό δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη θέση τους.
Οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά στοιχεία είναι πιο επιρρεπείς στις θεωρίες αυτές. Πρόκειται για άτομα με βαθιά ανασφάλεια πως δεν αξίζουν πολύ, την οποία υπεραναπληρώνουν με την εμπλοκή τους σε οτιδήποτε δείχνει πως είναι ξεχωριστοί. Ένα μέσο είναι και οι θεωρίες συνωμοσίας, ακριβώς επειδή τις πιστεύουν λίγοι και «εκλεκτοί».
Εξάλλου, συχνά μπορεί να μην πιστεύουν στην ίδια θεωρία, είναι, όμως, πολύ πιθανό να βρουν κοινό έδαφος στην πεποίθηση πως υπάρχουν συνωμοσίες, και έτσι βρίσκουν συμμάχους στην μοναδικότητά τους.

Τα άτομα από τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα είναι επίσης πιο πιθανό να πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας, διότι, λόγω γνωστικής ασυμφωνίας, είναι πιο ανώδυνο να πιστεύουν πως η ζωή τους δεν βελτιώνεται παρά το διαρκή κόπο τους, λόγω κρυφών συνωμοσιών εναντίον τους και όχι επειδή στερήθηκαν βασικά εφόδια, όπως ευκαιρίες εκπαίδευσης. Έτσι, βρίσκουν ασφάλεια στην ιδέα ότι, αν παίξουν σωστά το «παιχνίδι», θα τα καταφέρουν.
Προωθώντας την παιδεία και την κριτική σκέψη, μπορούμε να διαμορφώσουμε μία κοινωνία όπου θα επενδύουμε πνευματική ενέργεια για την πραγματική βελτίωση των συνθηκών της ζωής μας.
Η ψυχοθεραπεία, επίσης, μπορεί να μας μάθει πως να διαχειριζόμαστε εκείνες τις ανασφάλειες που μας οδηγούν σε ακατάλληλους τρόπους σκέψης.