Ο Μιχάλης Συμιακάκης, MD, Πνευμονολόγος, μας αναλύει τα στατιστικά δεδομένα σε σχέση με το κάπνισα.

Ο Π.Ο.Υ. υπολογίζει ότι στην Ευρώπη περίπου 215 εκ. κατοίκων καπνίζουν, από τα οποία τα 130 εκατ. είναι άνδρες. Το ποσοστό καπνιστών στους άνδρες είναι κατά μέσο όρο 34% στη Δυτική Ευρώπη και 47% στην Ανατολική, ενώ στις γυναίκες, 25% στη Δυτική Ευρώπη και 20% στην Ανατολική (WHO 2007). Η Ελλάδα παρουσιάζει την υψηλότερη αναλογία καπνιστών μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών χωρών (37,6%). Κατά την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μείωση του ποσοστού, αλλά παρόλα αυτά, παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με τη μελέτη HBSC του Π.Ο.Υ. σε παιδιά σχολικής ηλικίας, την περίοδο 2001/2 (Currie et al. 2004), η Ελλάδα φαίνεται να παρουσιάζει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά παιδικού καπνίσματος. Το χαμηλά ποσοστά παιδικού και εφηβικού καπνίσματος που παρατηρούνται στη χώρα μας φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με τα υψηλά ποσοστά καπνιστών και καπνιστριών που παρατηρούνται στους ενήλικες. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η έναρξη του καπνίσματος γίνεται στην Ελλάδα σε μεγαλύτερη ηλικία από τις άλλες χώρες, αλλά είναι μονιμότερη.

Στην Ευρώπη υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο, περίπου 1,2 εκατ. θάνατοι οφείλονται στο κάπνισμα και αντιπροσωπεύουν περίπου 14% του συνόλου των θανάτων. Στην Ελλάδα, η οφειλόμενη στο κάπνισμα θνησιμότητα φτάνει το 19,3%, ενώ το ποσοστό των χαμένων ετών ζωής το 12,9%.

Κατά μέσο όρο, οι καπνιστές χάνουν τουλάχιστον 10 χρόνια ζωής σε σύγκριση με όσους δεν έχουν καπνίσει ποτέ. Η διακοπή του καπνίσματος πριν από την ηλικία των 40 ετών μειώνει τον κίνδυνο θανάτου που σχετίζεται με το κάπνισμα κατά περίπου 90%. Η διαδικασία διακοπής καπνίσματος περιλαμβάνει συμβουλευτική παρέμβαση και φαρμακευτική αγωγή. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά να διακοπεί το κάπνισμα. Η διακοπή σε οποιαδήποτε ηλικία μειώνει τον κίνδυνο θανάτου ενός (πρώην) καπνιστή σε σύγκριση με όσους συνεχίζουν το κάπνισμα.

Γράφει η : Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας