Γράφει o: Μπαρμπούτης Τάσος

Πολιτικός Μηχανικός, Msc

Α. Γενικά

Η επί δεκαετίες συνεχιζόμενη παγκοσμίως συζήτηση για την αντιμετώπιση των κλιματικών φαινομένων θέτει, αντικειμενικά, σε προτεραιότητα την επαναχάραξη της ενεργειακής πολιτικής σε όλες τις χώρες του πλανήτη (ή σε ομάδες χωρών π.χ ΕΕ).

Στο πλαίσιο αυτό και παράλληλα σε ένα ασταθές περιβάλλον στην περιοχή της, η Ελλάδα αναζητά το δικό της ενεργειακό μέλλον, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη πολιτική, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα, σχεδόν πανομοιότυπα Εθνικά Σχέδια (ΕΣΣΕΚ) των δύο τελευταίων Κυβερνήσεων (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ΝΔ).

Β. Η απολιγνιτοπολιγνιτοποιηση

Κεντρική ιδέα της πολιτικής στην Ελλάδα είναι η «απολιγνιτοποίηση», δηλαδή η οριστική διακοπή (έως το 2030) της παραγωγής ενέργειας από τον εγχώριο λιγνίτη, με παράλληλη προώθηση των ΑΠΕ, επιλέγοντας όμως, σχεδόν αποκλειστικά τα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, εξαιρώντας το υδροηλεκτρικά. Την ίδια στιγμή  επεκτείνεται διαρκώς η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο, το φυσικό αέριο, το οποίο , σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ΕΣΣΕΚ, η συμμετοχή του στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής εκτοξεύεται και θα αποτελέσει για τα πολλά επόμενα   την «γέφυρα» στην υποκατάσταση της παραγωγής λιγνίτη στη χώρα.

Οι ενστάσεις ως προς τον προνομιακό ρόλο που προσέδωσαν (με πολιτικές αποφάσεις) οι Κυβερνήσεις στο φυσικό αέριο είναι πολλές. Θα σταθουμε μονο  σε ένα βασικό κριτήριο ενεργειακού σχεδιασμού που ισχύει σε όλες τις χώρες του κόσμου και που αφορά στην ενεργειακή τους εξάρτηση.

Η εξάρτηση της χώρας μας κινείται εδώ και χρόνια με ταχείς αυξητικούς ρυθμούς, τείνοντας σε επίπεδα άνω του 75 % (!), την ίδια ώρα που ο μέσος όρος των χωρών της ΕΕ βρίσκεται στο 54% και όλες δίνουν μάχες για τον περιορισμό της.

Οι αρνητικές επιπτώσεις της είναι πολλαπλές στο γεωπολιτικό επίπεδο, στην απώλεια επενδυτικών ευκαιριών με βάση εγχώριους ενεργειακούς πόρους (π.χ υδροηλεκτρικά έργα), στον τομέα της απασχόλησης, στο άνοιγμα του εμπορικού ισοζυγίου, κ.α. Τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία εξάρτησης της χώρας κρούουν πολλοί αναλυτές. Ενδεικτικά, ο πρώην Υπουργός (επί Κυβέρνησης Σαμαρά) Γιάννης Μανιάτης, σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή (29-30 Αυγούστου 2020) επισημαίνει ότι «..Με πρόσφατες τις οδυνηρές εμπειρίες της ΕΕ από τρίτες χώρες, ….συνειδητοποιήθηκε απολύτως ότι Γεωστρατηγική Ανεξαρτησία, χωρίς Αυτονομία σε ενέργεια και κρίσιμα αγαθά είναι αδύνατη. Πολύ περισσότερο στην Ελλάδα  …με την εθνική οικονομία κατά 100% εξαρτημένη από εισαγωγές υδρογονανθράκων να δαπανά κάθε χρόνο για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου περίπου 5,5 δις ευρώ..».

Γ. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ)

Στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε στις τρεις βασικές ΑΠΕ, δηλαδή την ηλιακή/ φωτοβολταϊκά (Φ/Β), την αιολι-κή/ανεμογεννήτριες (α/γ)και την υδραυλική/υδροη-λεκτρικά έργα (ΥΗΕ).

Από την αρχή επισημαίνουμε ότι η χρήση των ΑΠΕ αποτελεί αναμφισβήτητα το ενεργειακό μέλλον της χώρας, την αποτελεσματική απάντηση στην αντιμετώπιση των κλιματικών φαινομένων και την άριστη ανταπόκριση στο βασικό κριτήριο της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας, κάτι που αναδείξαμε στα προηγούμενα. Παρόλα αυτά, κατηγορηματικά απορρίπτουμε την αντιεπιστημονική και ανορθόδοξη άποψη που θεωρεί ως ΑΠΕ, σχεδόν αποκλειστικά, την ηλιακή και αιολική ενέργεια, εξαιρώντας σκόπιμα την πολύτιμη Υδροηλεκτρικη ενέργεια.

(α). Ηλιακή ενέργεια

Προσφέρεται απεριόριστα και δικαίως διεκδικεί ένα σημαντικό μερίδιο στο ενεργειακό μείγμα στην χώρα μας . Δυστυχώς τα Φ/Β εγκαθίστανται συχνά χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό, ενώ βασικό κίνητρο αποτελεί το ιδιωτικό κέρδος και η ικανοποίηση μίκρων ή μεγάλων συμφερόντων, κάτι που ορισμένες φορές οδηγεί σε απαράδεκτες επιλογές (π.χ εγκατάσταση σε αγροτε-μάχια γης υψηλής παραγωγικότητας, την ίδια ώρα που η αγροδιατροφή αποτελεί κρίσιμο τομέα για το μέλλον της χώρας μας).

Θα σημειώσουμε επίσης ότι, δυστυχώς, η εγχώρια παραγωγή Φ/Β πάνελς υστερεί, οπότε με τον τρόπο αυτό «προσφέρουμε» ευκαιρίες σε άλλες χώρες παραγωγής Φ/Β, επιβαρύνεται το εμπορικό μας ισοζύγιο και αναιρούνται στην πράξη, κατά ένα σημαντικό βαθμό, τα οφέλη από την εγκατάσταση Φ/Β στην Ελλάδα.

Τέλος, παραμένει το θέμα της αρνητικής συμβολής των Φ/Β (όπως και των αιολικών) στο πρόβλημα ευστάθειας του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω του αστάθμητου παράγοντα του χρόνου και της διακύμαν-σης στην παραγωγή της ενέργειας από αυτά, κάτι που οδηγεί στην έλλειψη «ευελιξίας» των συστημάτων αυτών.

(β). Αιολική ενέργεια

Ανάλογα με τα παραπάνω ισχύουν και για τις α/γ. Εδώ όμως θα αναφερθούμε στις πρόσθετες δυσκολίες που δημιουργούν οι σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εγκατάσταση α/γ. Οι αναλυτές και κυρίως οι πολίτες των περιοχών που εγκαθίστανται α/γ αντιδρούν, συχνά έντονα, και προβάλλουν πιεστικά τα αιτήματα τους, όπως την ανάγκη ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού, όχι νέες αδειοδοτήσεις (προσωρινά για ένα διάστημα), όχι  σε νέες άδειες εντός περιοχών natura, την προστασία αρχαιολογικών περιοχών, ορεινών περιοχών εξαιρετικού κάλλους και τοπίων (με στόχο την προστασία από ηχητική και οπτική ρύπανση), όχι στην επιβάρυνση με έργα οδοποιίας και σκυροδεμάτων σε «παρθένες» δασικές ή και τουριστικές περιοχές κ.ο.κ.

Η κατά κανόνα έλλειψη αντισταθμιστικού  οφέλους στις τοπικές κοινωνίες των περιοχών εγκατάστασης α/γ επιτείνει το πρόβλημα.

(γ). Υδροηλεκτρική ενέργεια (ΥΗΕ)

Βασικό της πλεονέκτημα  αποτελεί ο μεγάλος βαθμός εγχώριας προστιθέμενης αξίας, ο οποίος ανέρχεται σε ποσοστό 80 % (όταν π.χ τα αιολικά περιορίζονται στο 20 %).

Επιπλέον αποτελεί, λόγω της ευελιξίας της στην παραγωγή, αναντικατάστατο στοιχείο για την ευστάθεια του συστήματος και καλύπτει αποτελεσματικά τις αιχμες της ζήτησης.

Όμως στην τρέχουσα συγκυρία  ενίσχυσης των ΑΠΕ, έχει αναδειχθεί ως μείζον θέμα η αποθήκευση της ηλεκτρικής ενέργειας. Η μοναδική σήμερα και απολύτως οικολογική δυνατότητα (σημ. για την ώρα συστήματα μπαταριών είναι αντιοι-κολογικά και αντιοικονομικά), με δεδομένο και το εδαφικό ανάγλυφο της χώρας μας, είναι η παραγωγή ΥΗ ενέργειας, με συστήματα άντλησης – ταμίευσης, σε συνδυασμό με αιολικά, τα οποία πρακτικά εκμεταλ-λεύονται τον φυσικό πόρο (νερό), και στην συνέχεια ,κατά τις ωρες περισσειας ενεργειας στο συστημα,τον επαναφέρουν στον ταμιευτήρα του χωρίς  ουσιαστικη  επιβάρυνση !

Τα ΥΗΕ με φράγμα και ταμιευτήρα νερού (η συνήθης μορφή τους) αποτελούν κατά βάση έργα πολλαπλού σκοπού, δηλαδή προσφέρουν την δυνατότητα, εκτός από την υδροηλεκτρική παραγωγή, τα νερά να χρησιμοποιούνται στις αρδεύσεις, στις υδρεύσεις πόλεων και οικισμών, να βελτιώνουν την βιοποικιλλό-τητα και  να ενισχύουν την ανάπτυξη δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή των τεχνητών λιμνών (τουρισμός κλπ).

Εξ’ άλλου στους ταμιευτήρεςτων ΥΗ έργων δημιουργούνται σημαντικά υδατικά αποθέματα που, ειδικά στις μεσογειακές χώρες όπως η Ελλάδα, συμβάλλουν στην αντιμετώπιση παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας καθώς και στην προστασία από πλημμύρες σε κατάντη πεδινές περιοχές, φαινόμενα που γίνονται  έντονα  και εμφανίζονται όλο και πιο  συχνά λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Πρακτικά, τα φράγματα και οι ταμιευτήρες υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την αναγκαία ορθολογική διαχείριση των υδάτων.

Συνοπτικά το υδατικό δυναμικό της χώρας μας, αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς εγχώριους πόρους. Έως σήμερα, από το τεχνικά και οικονομικά εκμεταλλεύσιμο υδροδυναμικό στην Ελλάδα έχει αξιοποιηθεί μόνο το 33 % (!), ενώ από το 1999 δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα κανένα νέο ΥΗ έργο (!), με αποτέλεσμα η συμμετοχή της ΥΗ ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα να περιορίζεται στο 10 % (περίπου) και να βαίνει μειούμενο. Ας σημειωθεί ότι οι πιο πολλές χώρες της ΕΕ (και όχι μόνο) έχουν εδώ και δεκαετίες αξιοποιήσει σχεδόν στο σύνολό του το αντίστοιχο υδροδυναμικό (π.χ Γερμανία το 99 %). Τέλος ας μην μας διαφεύγει ότι στην παρούσα μεταβατική κατάσταση αυξάνονται και οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας (από 4 % το 2013 στο 19 % το 2019), που ουσιαστικά σημαίνει ότι, την ώρα που εμείς κλείνουμε λιγνιτικές μονάδες, μέρος των αναγκών μας καλυπτεται από λιγνιτικά της Β. Μακεδονίας και πυρηνικά (!) από Βουλγαρία (Κοζλοντούι).

Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι στην Ελλάδα το βασικό κριτήριο σχεδιασμού είναι η διαμόρφωση πεδίων ιδιωτικών επενδύσεων (π.χ α/γ Φ/Β κ.α) σε αντιδιαστολή με τις προοπτικές ενός σύγχρονου και ασφαλούς συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης, την επίτευξη χαμηλής τιμής ενέργειας.