Από τη διερεύνηση της πορείας της πανδημίας του COVID-19 στις ΗΠΑ προέκυψαν σημαντικές πληροφορίες που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τον ιό και να σχεδιάσουμε μοντέλα αντιμετώπισής του.

Κατ’ αρχάς, στις ΗΠΑ η πλειοψηφία των θανάτων εντοπίζεται στις βορειοανατολικές Πολιτείες (Νέα Υόρκη, Μασαχουσέτη κ.λπ.) και κυρίως στα µεγάλα αστικά κέντρα, στις περιοχές όπου ζουν πολλοί Αφρο-αµερικανοί, ισπανόφωνοι και φτωχές οικογένειες σε συνοικίες µε µεγάλη πληθυσµιακή πυκνότητα. Επίσης, σε αυτές τις περιοχές µεγάλο ποσοστό του πληθυσµού ανήκει στην τρίτη ηλικία και ταυτόχρονα δεν υπάρχει ικανοποιητική προστασία των γηροκοµείων από την πανδηµία. Τέλος, ο καιρός στην αρχή της πανδηµίας σε αυτές τις περιοχές ήταν κρύος, µε θερµοκρασίες που κυµαίνονταν από 3-10 βαθµούς Κελσίου. Αντιθέτως, σε άλλες Πολιτείες µε µεγάλες πόλεις, αλλά µικρότερη  πληθυσµιακή πυκνότητα (π.χ. Καλιφόρνια, Τέξας και Φλόριντα) και µε πιο ζεστά κλίµατα η θνησιµότητα είναι αισθητά µειωµένη (13/100,000 έναντι 148/100,000 κατοίκους) (Πίνακας 1).

Συνεπώς, ένα µεγάλο ερώτηµα που προκύπτει είναι αν το κλίµα µπορεί να επηρεάσει την εξάπλωση του SARS-CoV-2 (ο ιός που προκαλεί τη νόσο COVID-19). Είναι ευρέως γνωστό ότι πολλοί ιοί, µε χαρακτηριστικό παράδειγµα τον ιό της γρίπης, εµφανίζουν εξάρσεις κατά τη χειµερινή περίοδο. Πειραµατικά µοντέλα έχουν δείξει ότι ο SARS-CoV-2 είναι πιο σταθερός σε χαµηλές θερµοκρασίες, ενώ αποσυντίθεται πιο γρήγορα σε υψηλές θερµοκρασίες και σε έκθεση σε υπεριώδεις ακτινοβολίες.

Σε συνεργασία µε µια διεθνή οµάδα, πραγµατοποιήσαµε µια επιδηµιολογική µελέτη σχετικά µε τη θνησιµότητα του COVID-19 στις 85 χώρες µέλη του ΟΟΣΑ και σε όλες τις Πολιτείες των ΗΠΑ, ελέγχοντας για παράγοντες που µπορούν να επηρεάσουν την πανδηµία. Για κάθε περιοχή, ερευνήσαµε τη συσχέτιση µεταξύ της µέσης θερµοκρασίας για 25 µέρες πριν από τον πρώτο τοπικό θάνατο µε τη θνησιµότητα από COVID-19 στις επόµενες 30 ηµέρες µετά τον πρώτο θάνατο. Το κύριο εύρηµα ήταν ότι για κάθε αύξηση της θερµοκρασίας κατά έναν βαθµό Κεσλσίου, στην περίοδο της αρχικής διασποράς, υπήρξε 6% µείωση της θνησιµότητας µέσα στις επόµενες 30 ηµέρες.

Επίσης, η πληθυσµιακή πυκνότητα συσχετίζεται σηµαντικά µε τη θνησιµότητα. Παράλληλα, τα δεδοµένα έδειξαν πως η λήψη αυστηρών προστατευτικών κοινωνικών µέτρων είναι πολύ αποτελεσµατική στον περιορισµό της πανδηµίας (Πίνακας 2). Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί και η χώρα µας, η οποία έλαβε άµεσα και δραστικά µέτρα, καταφέρνοντας να περιορίσει σε τεράστιο βαθµό την εξάπλωση της νόσου και να γίνει πρότυπο αντιµετώπισης της πανδηµίας σε παγκόσµιο επίπεδο (Πίνακας 1).

Φαίνεται λοιπόν ότι η αύξηση της θερµοκρασίας µπορεί να βοηθήσει στην ελάττωση της µετάδοσης του SARS-CoV-2. Αυτό δεν σηµαίνει βέβαια ότι µέσα στο καλοκαίρι θα εξαλειφθούν εντελώς τα κρούσµατα, ούτε ότι πρέπει να επαναπαυθούµε. Ο ιός κυκλοφορεί ακόµα και στις περιοχές που αντιµετώπισαν επιτυχώς το «πρώτο κύµα» και πρέπει να συνεχίσουµε να τηρούµε τα προτεινόµενα προληπτικά µέτρα, ειδικά σε εσωτερικούς χώρους. Η αποφυγή των συναθροίσεων και η σωστή χρήση µάσκας, ιδίως σε πλήθος και κλειστούς χώρους, αποτελούν τα καλύτερά µας όπλα για τον περιορισµό του ιού.

Ενώ τα δεδοµένα δείχνουν πως πρέπει να επανέλθει η οικονοµική δραστηριότητα και να ανοίξουν τα σχολεία/πανεπιστήµια, χρειάζεται να δώσουµε ιδιαίτερη έµφαση στο γεγονός ότι ο κορωνοϊός προσβάλλει κυρίως τις ευπαθείς κοινωνικές οµάδες, δηλαδή τους ηλικιωµένους και τους συνανθρώπους των χαµηλών κοινωνικο-οικονοµικών στρωµάτων. Μάλιστα στην Αµερική, το 50% των συνολικών θανάτων από κορωνοϊό έχει συµβεί σε «Long Term Care Facilities» (οίκους ευγηρίας). Συνεπώς, είναι χρέος µας να προστατέψουµε τις ευπαθείς κοινωνικές οµάδες.

Όσον αφορά την εύρεση αποτελεσµατικής θεραπείας και πρόληψης, τα νέα είναι ελπιδοφόρα: Δεδοµένης της τεράστιας κινητοποίησης της παγκόσµιας ακαδηµαϊκής και ερευνητικής κοινότητας αναµένεται σύντοµα να βρεθούν φάρµακα και θεραπείες που να µειώνουν τη θνησιµότητα της νόσου. Ήδη, έχουµε µάθει πάρα πολλά σε σύντοµο χρονικό διάστηµα για τη σωστή αντιµετώπιση του COVID-19, όπως είναι η αποφυγή της διασωλήνωσης µε χρήση CPAP ή εναλλακτικά η τοποθέτηση του ασθενούς σε µπρούµυτη θέση, καθώς και η έγκριση χορήγησης ρεµδεσιβίρης, ανθρώπινων αντισωµάτων και δεξαµεθαζόνης σε βαριά ασθενείς. Μια άλλη πολλά υποσχόµενη θεραπεία είναι η ανάπτυξη κατασκευασµένου «cocktail» αντισωµάτων ποντικών που θα µπορούν να χορηγηθούν για την αντιµετώπιση αλλά και πρόληψη της νόσου – η σχετική προσπάθεια βρίσκεται σε εξέλιξη από την οµάδα του Δρος George Yancopoulos, co-Founder της Regeneron.

Η µεγαλύτερη πρόκληση από όλες βέβαια είναι η εύρεση εµβολίου, και πάρα πολλές ερευνητικές οµάδες ανά τον κόσµο, µεταξύ των οποίων και η οµάδα του Δρος Άλµπερτ Μπουρλά, CEO της Pfizer, έχουν αναλάβει αυτό το έργο. Οι εκτιµήσεις µάλιστα προβλέπουν πως αυτό θα κατασκευαστεί ίσως και µέσα στο 2020 ή στις αρχές του 2021.

Η προσπάθεια που γίνεται από την επιστηµονική κοινότητα είναι αξιοθαύµαστη. Ειδικά εµείς σαν Έλληνες πρέπει να είµαστε ιδιαίτερα περήφανοι µε την άριστη ελληνική διαχείριση της πανδηµίας και πάρα πολλοί συµπατριώτες µας τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό έχουν βοηθήσει σηµαντικά σε αυτή την προσπάθεια.

*
Το άρθρο συνοψίζει την οµιλία του Prof. Κάλη (Kales) στο πλαίσιο του Global Hellenic Medical Teleconference: “How will the COVID-19 pandemic end? & New COVID-19 Vaccines/Medications”, που διοργανώθηκε από τον Γενικό Γραµµατέα Απόδηµου Ελληνισµού, την Οµοσπονδία Ελληνικών Ιατρικών Συλλόγων Βορείου Αµερικής και την Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Νέας Υόρκης.