Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ενδοκρινείς αδένες του ανθρώπινου σώματος. Εντοπίζεται στην πρόσθια περιοχή του τραχήλου, έχει βάρος περίπου 20 γραμμάρια και αποτελείται από 2 λοβούς (δεξιό και αριστερό), οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με τον ισθμό. Είναι συνήθως μεγαλύτερος στις γυναίκες. Έχει σχήμα θυρεού (ασπίδας) και από εκεί πήρε το όνομά του. Παράγει δύο πολύ σημαντικές ορμόνες, την τριιωδοθυρονίνη ή Τ3 και τη θυροξίνη ή Τ4, χρησιμοποιώντας ιώδιο, το οποίο προσλαμβάνεται με τις τροφές. Μερικά κύτταρά του παράγουν καλσιτονίνη, μία ορμόνη απαραίτητη για τον μεταβολισμό των οστών.

Οι ορμόνες αυτές είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη του εγκεφάλου, την αύξηση του σώματος και την ωρίμανση γενικώς του οργανισμού. Αυξάνουν την κατανάλωση οξυγόνου και την παραγωγή θερμότητας, ενώ τροποποιούν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και της χοληστερίνης, καθώς και τη λειτουργία του καρδιαγγειακού, του αναπνευστικού, του νευρικού, του μυοσκελετικού, του γαστρεντερικού και του αιμοποιητικού συστήματος.

Οι Τ3 και Τ4 ρυθμίζονται από μία άλλη ορμόνη, τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH), που παράγεται από την υπόφυση, έναν άλλο ενδοκρινή αδένα που βρίσκεται στον εγκέφαλο, με τρόπο ώστε όταν τα επίπεδα των Τ3 και Τ4 είναι ελαττωμένα στο αίμα, να αυξάνεται η TSH για να δώσει σήμα στο θυρεοειδή να παράγει περισσότερο Τ3 και Τ4. Αντίθετα, όταν τα επίπεδα των Τ3 και Τ4 είναι αυξημένα, η υπόφυση ελαττώνει την έκκριση της TSH, για να «φρενάρει» την παραγωγή των T3 και Τ4 από το θυρεοειδή.

Έλεγχος θυρεοειδούς

Ο έλεγχος του θυρεοειδούς γίνεται με:

  Ιστορικό, κλινική εξέταση, ψηλάφηση

  Εργαστηριακός έλεγχος κυρίως με την TSH (θυρεοτρόπος ορμόνη). Σε ειδικές περιπτώσεις ελέγχονται οι FT4, FT3 και τα αντισώματα έναντι του θυρεοειδούς (anti-TPO, anti-Tg).

  Υπερηχογράφημα θυρεοειδούς (δίνει σημαντικές πληροφορίες σχετικά το μέγεθος του αδένα, τη σχέση του με τα γειτονικά μόρια του τραχήλου και τη παρουσία τυχόν όζων).

Παθήσεις θυρεοειδούς

Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα είναι πιο συχνές στις γυναίκες. Παρουσιάζεται μάλιστα μία έξαρση λίγους μήνες μετά τον τοκετό και μετά την εμμηνόπαυση. Αρκετές από τις διαταραχές έχουν οικογενειακή προδιάθεση. Διακρίνονται σε παθήσεις που αφορούν τη λειτουργία και σε παθήσεις που αφορούν τη μορφολογία του θυρεοειδούς.

Διαταραχές της λειτουργίας
του θυρεοειδούς

Υποθυρεοειδισμός

Στον υποθυρεοειδισμό ο θυρεοειδής παράγει λιγότερη θυροξίνη από όση χρειάζεται ο οργανισμός, με συνέπεια όλες οι λειτουργίες του να επιβραδύνονται. Αφορά το 5-7% του γενικού πληθυσμού, ποσοστό που φθάνει το 15% στις ηλικιωμένες γυναίκες. Είναι συχνότερος σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό.

Η πιο συχνή αιτία είναι η χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, γνωστή και ως Hashimoto. Στην περίπτωση αυτή ανευρίσκονται θετικά αντισώματα έναντι του θυρεοειδούς (συνήθως τα anti-TPO). Μπορεί επίσης να συνυπάρχουν και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως  λεύκη, ρευματοειδής αρθρίτιδα, κοιλιοκάκη, σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι κ.ά.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν ειδικά συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Τα πιο συχνά είναι:

  Αδυναμία, εύκολη κόπωση

  Ευαισθησία στο κρύο

  Εύθραυστα νύχια, ξηρά μαλλιά, τριχόπτωση, ξηρό δέρμα

  Βραχνή και ξερή φωνή

  Κράμπες

  Δυσκοιλιότητα

  Διαταραχές μνήμης

  Διαταραχές εμμήνου ρύσεως (συνήθως αραιομηνόρροια), υπογονιμότητα

  Απάθεια προσώπου, αργός ρυθμός ομιλίας, νωθρότητα

  Σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα

  Πρήξιμο γύρω από τα μάτια και στο πρόσωπο, μυξοίδημα (εμφάνιση οιδημάτων κάτω από το δέρμα)

  Χορηγείται θυροξίνη, σε δόση που διαφέρει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ασθενούς. Απαιτείται τακτικός έλεγχος της λειτουργίας του θυρεοειδούς για αναπροσαρμογή της δόσης.

Υπερθυρεοειδισμός

Ο υπερθυρεοειδισμός συμβαίνει όταν έχουμε υπερπαραγωγή (περισσότερη από όσο χρειαζόμαστε) ορμονών του θυρεοειδούς και ο θυρεοειδής δεν «απαντά» στη φυσιολογική ρύθμιση του οργανισμού. Πρέπει να σημειωθεί ότι πλήττει 2 στις 100 γυναίκες και η αναλογία ανδρών – γυναικών είναι 1 προς 10.

Η πιο συχνή αιτία είναι η νόσος Graves’, αυτοάνοση θυρεοειδική νόσος, που οφείλεται στην παρουσία αυτο-αντισωμάτων (TSI), που διεγείρουν το θυρεοειδή, με παρόμοιο τρόπο όπως και η TSH. Άλλα αίτια είναι η παρουσία ενός ή περισσοτέρων όζων που παράγουν αυτόνομα θυροξίνη.

Τα πιο συχνά συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού είναι:

  Αϋπνία, ευερεθιστότητα, νευρικότητα

  Ανεξήγητη απώλεια βάρους (συνήθως με αυξημένη όρεξη)

  Ευαισθησία στη ζέστη

  Αυξημένη εφίδρωση

  Δίψα, συχνουρία, πολυουρία

  Ζεστό έφυγρο δέρμα

  Διαταραχές εμμήνου ρύσεως, υπογονιμότητα

  Διάρροιες (μαλακές κενώσεις)

  Εύκολη κόπωση

  Ταχυκαρδία-αίσθημα παλμών, κολπική μαρμαρυγή

  Τρόμος χεριών

  Εξόφθαλμος.

Η θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού περιλαμβάνει αντιθυρεοειδικά φάρμακα και σε ειδικές περιπτώσεις ραδιενεργό ιώδιο ή θυρεοειδεκτομή.

Ειδικές περιπτώσεις

Σε ηλικιωμένους με υποθυρεοειδισμό παρουσιάζονται συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα όπως απάθεια, κατάθλιψη, και την καρδιά όπως καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη.

Στα παιδιά ο υποθυρεοειδισμός εκδηλώνεται με  καθυστέρηση ανάπτυξης, κοντό ανάστημα, έκπτωση σχολικής επίδοσης ή πρώιμη ήβη.

Στην εγκυμοσύνη, η διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα αποβολών, προωρότητας, αποκόλλησης πλακούντα και καισαρικής τομής, καθώς και διαταραχές ανάπτυξης του εμβρύου (κυρίως του νευρικού συστήματος).

Πολλές περιπτώσεις υψηλής χοληστερόλης ή αναιμίας σχετίζονται με υποθυρεοειδισμό.

Διαταραχές της μορφολογίας
Βρογχοκήλη

Η βρογχοκήλη είναι η παθολογική αύξηση του μεγέθους του θυρεοειδούς που εμφανίζεται σαν μια ευδιάκριτη διόγκωση στο λαιμό. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα φλεγμονώδους αντίδρασης (θυρεοειδίτιδα) ή αποτέλεσμα της προσπάθειας του οργανισμού να αντεπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες του (π.χ. όταν λείπει το ιώδιο από τις τροφές) ή αγνώστου αιτιολογίας (διάχυτη ή πολυοζώδης). Είναι πολύ συχνές (4-7% του πληθυσμού).

Όζος θυρεοειδούς

Όζος ονομάζεται κάθε περιγεγραμμένη διόγκωση – διαταραχή της μορφολογίας του θυρεοειδούς. Οι όζοι του θυρεοειδούς αποτελούν τοπικές διογκώσεις σε ένα ή περισσότερα σημεία του αδένα. Περίπου το 7-10% γενικού πληθυσμού έχει ψηλαφητό όζο, ενώ το 30% έχουν ≥1 όζο με υπερηχογραφικό έλεγχο (το 50-60% πληθυσμού άνω των 50 ετών). Το 90% όλων των όζων είναι καλοήθεις. Οι όζοι είναι συνήθως ασυμπτωματικοί και ανακαλύπτονται συνήθως τυχαία, στα πλαίσια διερεύνησης άλλων παθήσεων (πχ. υπέρηχος καρωτίδων, αξονική ή μαγνητική τομογραφία τραχήλου κ.ά.). Η καλοήθης ή μη φύση του όζου καθορίζεται από τα υπερηχογραφικά ευρήματα και τα ευρήματα της παρακέντησης με λεπτή βελόνη. Τα συμπτώματα είναι:

  Δυσκολία στην κατάποση

  Δυσχέρεια αναπνοής

  Βήχας

  Βραχνή και ξερή φωνή

  Ευδιάκριτη διόγκωση στην περιοχή του τραχήλου.

Παρακέντηση θυρεοειδούς

Η παρακέντηση των όζων του θυρεοειδούς συνιστάται κυρίως σε περιπτώσεις όζων που είναι μεγαλύτεροι από 1 εκ, αλλά και σε μικρότερους με ύποπτα υπερηχογραφικά ευρήματα (κατά την κρίση του ενδοκρινολόγου). Πραγματοποιείται με λεπτή βελόνη, είναι ασφαλής μέθοδος, χωρίς επιπλοκές. Παρέχει διαγνωστική ακρίβεια της τάξεως του 95-98% για ύπαρξη ή μη κακοήθειας και κατευθύνει την απόφαση για αφαίρεση ή μη του θυρεοειδούς.

Πότε ανησυχούμε για τους όζους:

  Ηλικία <20 και >70

  Άρρεν φύλο

  Συμπτώματα βράγχους φωνής ή πιεστικά

  Σκληρός, μη κινούμενος όζος

  Τραχηλική λεμφαδενίτιδα

  Ιστορικό ακτινοβολίας κεφαλής – τραχήλου

  Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου θυρεοειδούς.

Αντιμετώπιση των όζων

   Απλή παρακολούθηση (συνήθως ανά 6-12 μήνες)

  Θεραπεία καταστολής με θυροξίνη (τελευταία αμφισβητείται, συνιστάται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, είναι διά βίου και συνοδεύεται πολλές φορές από επιπλοκές όπως αρρυθμίες και οστεοπόρωση)

  Θυρεοειδεκτομή επί ενδείξεων

  Laser, χορήγηση αιθανόλης (σε εξειδικευμένα κέντρα).

Θυρεοειδεκτομή

Συνιστάται επί συγκεκριμένων ενδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη και τις προτιμήσεις του ασθενούς.  Επιπλοκές παρουσιάζονται σε ποσοστό 1-2% (βράγχος φωνής, υποπαραθυρεοειδισμός), ενώ ο στόχος είναι όσον το δυνατόν λιγότεροι ασθενείς για χειρουργείο.

Καρκίνος του θυρεοειδούς

Αποτελεί το 1% όλων των καρκίνων του σώματος και το 0,2% των θανάτων από καρκίνο. Η πιο συνηθισμένη μορφή (80-85%) είναι το θηλώδες καρκίνωμα, έχοντας την καλοηθέστερη πορεία με 20ετή επιβίωση >90%. Είναι σημαντικό το οικογενειακό ιστορικό. Οι επιθετικοί τύποι (μυελοειδές, αναπλαστικό καρκίνωμα) είναι σπάνιοι. Η θεραπεία σε περιπτώσεις όζων ύποπτων για κακοήθεια συνίσταται σε ολική θυρεοειδεκτομή. Επί συγκεκριμένων ενδείξεων, χορηγείται συμπληρωματικά ραδιενεργό ιώδιο, το οποίο μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου.