Λιγότερο ή περισσότερο, όλοι οι Έλληνες πολίτες, γνωρίζουν ότι τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, η Ελληνική Οικονοµία στηρίζεται και αναπτύσσεται σε πολύ συγκεκριµένους τοµείς. Δηλαδή, όλοι γνωρίζουν, ότι ο τουρισµός είναι η βάση της Ελληνικής Οικονοµικής δραστηριότητας, συµβάλλοντας άµεσα το 10% του Ακαθάριστου Eθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) και έµµεσα, ίσως και πλέον του 20%. Κατ’αναλογία δε, άµεσα και έµµεσα στο 20% – 22% του εργατικού δυναµικού της χώρας µας. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τοµείς που συνθέτουν το Ελληνικό ΑΕΠ. Η ναυτιλία, ο πρωτογενής τοµέας, η φαρµακοβιοµηχανία, ορυκτά, logistics και λοιπές υπηρεσίες, συµπληρώνουν σχεδόν το σύνολο της οικονοµικής και αναπτυξιακής δραστηριότητας της Ελλάδας.

Ξαφνικά και αναπάντεχα εµφανίζεται ο κορονοϊός. Χτυπάει ασύµµετρα την «βαριά» µας βιοµηχανία και µέσω αυτής, σαν συγκοινωνούντα δοχεία, σχεδόν όλο το φάσµα του παραγωγικού µας µοντέλου, απειλώντας ταυτόχρονα το εργατικό δυναµικό, στο να βρεθεί σε ένα νέο κύκλο υποαπασχόλησης και ανεργίας, κάτι που η Ελληνική Οικονοµία το βίωσε, έντονα, τα προηγούµενα σχεδόν δέκα χρόνια. Και ενώ βρισκόµαστε σε αυτή ακριβώς την φάση, της πλήρους αβεβαιότητας, για την πορεία της πανδηµίας, και το βάθος µιας νέας ύφεσης της Ελληνικής και ενδεχοµένως και της Διεθνούς οικονοµίας, αναδύονται επικριτικές φωνές και κριτικές από επίσηµους και µη φορείς, από ειδικούς και µη ειδικούς, ότι το οικονοµικό µοντέλο της χώρας είναι σε λάθος βάσεις.

Με δύο λόγια, θεωρούν ότι κακώς η ατµοµηχανή που οδηγεί και στηρίζει την οικονοµία και την απασχόληση, στηρίζεται στον τουρισµό, και ότι αυτό οσονούπω θα πρέπει να αλλάξει, και το νέο µοντέλο θα πρέπει να στηρίζεται στην µεταποίηση, δηλαδή στον δευτερογενή τοµέα. Το βασικό επιχείρηµα αυτής της θεωρίας, είναι ότι ο τουρισµός είναι πολύ «ευαίσθητος» και ιδιαίτερα ευάλωτος σε αλλαγές συνθηκών, όπως είναι και η σηµερινή πανδηµία. Η πρόταση τους λοιπόν, είναι η αλλαγή του παραγωγικού µοντέλου, µε έµφαση στην µεταποίηση, και υποβάθµιση συνεπακόλουθα του τοµέα του τουρισµού και ίσως και των λοιπών υπηρεσιών. Πόσο δίκιο έχουν άραγε οι υποστηρικτές αυτής της άποψης;

Από τα πρώτα πράγµατα που µαθαίνει ένας φοιτητής σε ένα οικονοµικό πανεπιστήµιο, και όχι µόνο στην Ελλάδα, είναι η σηµασία του συγκριτικού πλεονεκτήµατος. Το αναφέρουµε µάλιστα όλοι µας, σχεδόν καθηµερινά, πολλές φορές, χωρίς όµως να αντιλαµβανόµαστε πλήρως την σηµασία αυτού του όρου. Δεν έχει νόηµα να προσπαθήσω, µε οικονοµικές αναλύσεις, να εξηγήσω εδώ, την έννοια του συγκριτικού πλεονεκτήµατος και πως αυτό διαµορφώνεται σε έναν τοµέα όπως είναι οι οικονοµικές δραστηριότητες. Θα πω όµως, µε απλά λόγια, ότι όταν καταβάλεις προσπάθειες και επενδύεις σε τοµείς που δεν έχεις συγκριτικό πλεονέκτηµα, σχεδόν πάντοτε οι προσπάθειες αυτές αποτυγχάνουν, απορροφώντας συγχρόνως πολύ ενέργεια και χρήµα. Αντίστροφα, αν επενδύεις στους τοµείς που έχεις συγκριτικό πλεονέκτηµα, τότε οι πιθανότητες επιτυχίας αυξάνονται πολλαπλασιαστικά. Ερώτηµα λοιπόν:

H Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτηµα στον Τουρισµό ή στην µεταποίηση και µάλιστα στη βαριά βιοµηχανία; Από την απάντηση αυτού του ερωτήµατος, εξαρτάται και η απάντηση για το εάν πρέπει το ελληνικό µοντέλο να αναδιαρθρωθεί, από µοντέλο υπηρεσιών σε µοντέλο µεταποίησης. Θέλουµε η Ελλάδα να γεµίσει φουγάρα ή να επενδύσει σε υπηρεσίες όπως ο τουρισµός, που απαραίτητο στοιχείο είναι η ποιότητα του κλίµατος, οι καθαρές θάλασσες, τα ποτάµια και οι λίµνες; Βέβαια, οποιοσδήποτε συνάδελφος οικονοµολόγος, ή ακόµα και ένας µη ειδικός, αλλά λογικά σκεπτόµενος πολίτης, θα µπορούσε να µας ρωτήσει, εάν θεωρούµε ότι είναι σωστό η Ελληνική Οικονοµία να στηρίζεται αποκλειστικά στις τουριστικές της δραστηριότητες.

Η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα και σαφώς όχι. Η Ελλάδα δεν έχει µόνο συγκριτικό πλεονέκτηµα στον τουρισµό, αλλά σε µια πλειάδα από άλλους τοµείς, που σαφώς έχουµε εγκαταλείψει ή κακώς δεν έχουµε επαρκώς αναπτύξει. Ας τους δούµε µαζί:

Ο Πρωτογενής Τοµέας. Από την αρχαιότητα οι ελληνικές πόλεις ήταν πασίγνωστες, στον τότε γνωστό κόσµο, για τα άριστα αγροτικά τους προϊόντα.

Και τι δεν παράγει ή δύναται να παράξει αυτή η ευλογηµένη γη!

Λάδι, φρούτα, κρασιά, λαχανικά, γαλακτοκοµικά προϊόντα, κτηνοτροφικά, µεταποιηµένα προϊόντα, όπως µαρµελάδες, κοµπόστες κ.α. Παράλληλα χιλιάδες αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά, αφού έχουµε τη πλουσιότερη χλωρίδα στην Ευρώπη και µια από τις πλουσιότερες στον κόσµο. Ο Πρωτογενής Τοµέας, στήριξε τις οικονοµικές δραστηριότητες της χώρας από την αρχαιότητα, και σε όλες τις κρίσιµες περιόδους του έθνους, όπως την περίοδο του Μεσοπόλεµου, της Μικρασιατικής καταστροφής και βεβαίως αµέσως µετά τον 2ο Παγκόσµιο Πόλεµο, που για δυο σχεδόν δεκαετίες συνέβαλε, στο Ελληνικό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, µε πάνω από 25%. Σήµερα, συµβάλλει µόνο στο 2,5% – 3%!

Αν και υπηρετώ την τουριστική βιοµηχανία για 40 συναπτά έτη, θεωρώ ότι ο πρωτογενής τοµέας στην χώρα µας, θα έπρεπε να είναι στην κυριολεξία η ατµοµηχανή της Ελληνικής Οικονοµίας, γιατί ότι παράγουµε, είναι από µόνο του brand και δεν χρειάζεται καν να το διαφηµίσουµε στην Ελληνική ή Διεθνή αγορά . Αντ’ αυτού, καταντήσαµε να εισάγουµε λεµόνια, πατάτες, κρέας, γαλακτοκοµικά, ακόµη και ντοµάτες. Τα αίτια είναι πολλά και γνωστά: έλλειψη ενδιαφέροντος και προγραµµατισµού από πλευράς κράτους, αστυφιλία, γερασµένο και άσχετο µε τις νέες εξελίξεις εργατικό και επιχειρηµατικό δυναµικό, προδιάθεση για εύκολο χρήµα από ευρωπαϊκές επιδοτήσεις κ.α. Αντί λοιπόν για φουγάρα, η δική µου πρόταση είναι να δούµε τις τεράστιες δυνατότητες µιας σύγχρονης αγροτικής παραγωγής, µε ένταξη ήπιων µορφών µεταποίησης σε αυτήν, και αξιοποίηση του πλούτου που προσφέρει η ελληνική γη σε εναλλακτικές χρήσεις και εξειδικευµένα προϊόντα. Αναφέραµε ήδη ορισµένα εξ’ αυτών: αρωµατικά φυτά, φαρµακευτικά, ειδικές καλλιέργειες όπως ο κρόκος Κοζάνης, η µαστίχα Χίου και ένα πλήθος ακόµη, που δεν είµαι ειδικός για να απαριθµήσω. Χρειαζόµαστε, άµεσα, µια νέα γενιά παραγωγών, που θα επαναφέρουν τον πρωτογενή τοµέα εκεί που του αρµόζει, και που δεν θα είναι λιγότερο από το 8% – 10% του Ελληνικού ΑΕΠ. Χιλιάδες νέοι µας, µε σηµαντική µόρφωση, αναγκάστηκαν να «δραπετεύσουν» στο εξωτερικό, κατά την διάρκεια της µακροχρόνιας οικονοµικής κρίσης. Οι περισσότεροι από αυτούς, έχουν µόρφωση και ικανότητες, και θα µπορούσαν, µε έναν κεντρικό σχεδιασµό, να αποτελέσουν την νέα γενιά του παραγωγικού και αναπτυξιακού µοντέλου στον πρωτογενή τοµέα. Την ίδια στιγµή η Ελλάδα, καλώς ή κακώς, συντηρεί χιλιάδες πρόσφυγες, µε δικαίωµα µάλιστα ασύλου, που έχουν εξελιχθεί σε ένα κεντρικό στοιχείο κοινωνικών και πολιτικών διενέξεων στην χώρα µας, µε τις γνωστές σε όλους µας συνέπειες. Πόσοι από αυτούς δεν θα µπορούσαν άραγε να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία ενός φιλόδοξου και αναγεννηµένου πρωτογενή τοµέα; Ερώτηση για τον καθένα µας.

Κάποτε, υποδεθήκαµε περίπου ένα εκατοµµύριο Αλβανούς, για τον ίδιο σχεδόν λόγο. Πόσο δύσκολο θα ήταν να απορροφήσουµε µερικές χιλιάδες ταλαιπωρηµένους πρόσφυγες, που πολλοί εξ’ αυτών και νέοι είναι και γενική και ειδική µόρφωση έχουν, και θα ήταν πανευτυχείς να ζήσουν στην Ελλάδα, σαν δεύτερη πατρίδα τους; Ταυτόχρονα και το προσφυγικό πρόβληµα θα λειαίνετο σηµαντικά. Να λοιπόν το εργατικό δυναµικό, δίπλα στην νέα γενιά των Ελλήνων παραγωγών. Δεν είναι µόνο δική µου ιδέα και πρόταση. Το έχουν κάνει ήδη πολλά άλλα κράτη στην Ε.Ε όπως λόγου χάριν, η Πορτογαλία.

Δεύτερος τοµέας, εκτός τουρισµού, είναι η ναυτιλία. Άλλο κλασικό παράδειγµα συγκριτικού πλεονεκτήµατος, πάλι από την αρχαιότητα… οι ρίζες µας. Πρώτη η ναυτιλία από το 1.000 τουλάχιστον π.Χ., πρώτη η ναυτιλία µας και στο 21ο αιώνα! Οι Έλληνες πλοιοκτήτες µε το µεγαλύτερο σε χωρητικότητα στόλο παγκοσµίως. Την ίδια στιγµή, το 70% της Ελληνόκτητης ναυτιλίας, βρίσκεται κάτω από σηµαίες ευκαιρίας, όπως Παναµά, Ονδούρας, Κύπρου κ.α. ενώ η Αθήνα ή αν θέλετε ο Πειραιάς, είναι µόλις δέκατη στο Διεθνές στερέωµα των Ναυτιλιακών Κέντρων. Στις πρώτες θέσεις το Λονδίνο, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ, η Νέα Υόρκη κ.α. Τα αίτια έχουν να κάνουν µε στρατηγικές της Κεντρικής Εξουσίας, που ποτέ δεν κατάφερε να συµφωνήσει µε τους Έλληνες πλοιοκτήτες, ώστε οι τελευταίοι, να µην έχουν τόσο σοβαρά κίνητρα να καταφεύγουν σε σηµαίες ευκαιρίας. Σαν αποτέλεσµα, χάνονται εκατοµµύρια συναλλάγµατος ετησίως, και βεβαίως χιλιάδες θέσεις εργασίας, τόσο στα καράβια µας όσο και στα γραφεία. Και επειδή έχω κάνει µεταπτυχιακά στην ναυτιλιακή οικονοµία, και µάλιστα στην Αγγλία, σχήµα οξύµωρο βεβαία… ένας Έλληνας να σπουδάζει ναυτιλιακά στην Αγγλία (άλλο κεφάλαιο και αυτό η εκπαίδευση) πιστεύω, ακράδαντα, ότι θα µπορούσε να βρεθεί η χρυσή τοµή, για να επιστρέψουν οι Έλληνες πλοιοκτήτες, πίσω στην Ελληνική σηµαία, και να καταστήσουν τον Πειραιά, αν όχι πρώτο, τουλάχιστον µέσα στην πρώτη πεντάδα των Ναυτιλιακών Κέντρων. Τώρα, µάλιστα που η Μεγάλη Βρετανία αποχώρησε από την Ε.Ε. παρουσιάζεται µια παρά πολύ καλή ευκαιρία.

Σε απόλυτη συνάφεια και η ναυπηγοκατασκευαστική και η ναυπηγοεπισκευαστική βιοµηχανία. Μόνο οι Έλληνες πλοιοκτήτες, ξοδεύουν ετησίως, δισεκατοµµύρια ευρώ, για νέες κατασκευές και επιδιορθώσεις στα ναυπηγία της Κίνας και της Κορέας. Την ίδια στιγµή, τα δικά µας ναυπηγία, έχουν αφεθεί εδώ και δεκαετίες στην τύχη τους και βρίσκονται σχεδόν σε πλήρη αδράνεια!!

Το λιγότερο που µπορώ να πω είναι ντροπή για όλους µας.

Τοµέας τρίτος, η Φαρµακευτική Βιοµηχανία. Άλλο ένα µεγάλο συγκριτικό πλεονέκτηµα, αν αναλογιστεί κανείς την σχέση της χώρας µας µε την Ιατρική, από την εποχή του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη, µέχρι τον Γαληνό και τα Γαληνικά Σκευάσµατα. Τα φαρµακευτικά φυτά, που µοναδικά προσφέρει η Ελληνική γη, και βεβαίως οι επιστήµονες µας, που διαπρέπουν σε όλες τις χώρες ανά τον πλανήτη, και µάλιστα πολλοί εξ’ αυτών στην έρευνα, είναι τα µεγάλα πλεονεκτήµατα στον εν λόγω τοµέα. Παρά τα προβλήµατα, η Ελληνική Φαρµακοβιοµηχανία, τα τελευταία χρόνια, έχει αξιόλογες εξαγωγές, αποδεικνύοντας ότι µε την συµπαράσταση της κεντρικής εξουσίας, θα µπορούσε να τρέξει µε πάρα πολύ γρήγορους ρυθµούς. Για παράδειγµα, σαν θετική παρέµβαση του κράτους, θα πρότεινα, την απαλλαγή από την καταστροφική φορολόγηση των Ελληνικών Φαρµακευτικών Επιχειρήσεων, από το clawback και το rebate, που σήµερα ανέρχεται σχεδόν στο ένα δισεκατοµµύριο ευρώ ετησίως, µε την προϋπόθεση βεβαίως, αντίστοιχων επενδύσεων από τις Ελληνικές Φαρµακευτικές Εταιρείες. Πιστεύω να αντιλαµβάνεται ο κάθε αναγνώστης αυτού του άρθρου, τι θα µπορούσε να συµβεί µε ένα δισεκατοµµύριο ευρώ, σε επενδύσεις, στον εν λόγω τοµέα, ετησίως.

Το κράτος θα αναπλήρωνε αυτή την απώλεια, και µε το παραπάνω, µέσα σε λίγα χρόνια, από την αύξηση της φορολογικής βάσης και των εξαγωγών, για να µην µιλήσω και για τις νέες θέσεις εργασίας. Πάντως, δεν χωράει καµία αµφιβολία, ότι ο Φαρµακευτικός τοµέας και ο τοµέας Καλλυντικών, έχει τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης, και επιβάλλεται άµεσα Κράτος και οι Επιχειρήσεις να βρούνε τις λύσεις.

Τέταρτος τοµέας, οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας όπως ήλιος, άνεµος, βιοµάζα. Όλοι ξέρουµε, ότι και εδώ η χώρα µας, έχει συγκριτικό πλεονέκτηµα. Την ίδια στιγµή αξιοποιούµε το περιβάλλον χωρίς να το καταστρέφουµε. Sustainable development, δηλαδή βιώσιµη ανάπτυξη, το απόλυτο ζητούµενο σήµερα. Εδώ γίνονται κάποιες προσπάθειες, υπάρχουν ακόµα τεράστια περιθώρια, ας ελπίσουµε ότι θα τρέξουµε πιο γρήγορα και θα τα αξιοποιήσουµε.

Πέµπτος τοµέας, µεταφορές, logistics και λοιπές υπηρεσίες. Το παράδειγµα της COSCO, αφού βέβαια πέρασε από χίλια κύµατα, ανέδειξε στην πράξη, τον στρατηγικό ρόλο της χώρας, σε υπηρεσίες µεταφοράς εµπορευµάτων, στα Βαλκάνια και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Έχουµε ακόµα πολύ δρόµο, για την πλήρη αξιοποίηση των λιµανιών και των µεταφορών στην ενδοχώρα, αλλά και την σύνδεση µας µε την υπόλοιπη Ευρώπη, κυρίως µέσω σιδηροδροµικών δικτύων. Όσον αφορά τις λοιπές υπηρεσίες, η χώρα µας πρέπει να περάσει στην 4η Βιοµηχανική Επανάσταση, που έχει να κάνει µε τις ψηφιακές µεταρρυθµίσεις. Διαθέτουµε αρκετά εκπαιδευµένο προσωπικό, ωστόσο χρειάζονται περαιτέρω εκπαιδευτικές µεταρρυθµίσεις και κρατική αποφασιστικότητα.

Δεν θα πάω σε άλλο τοµέα. Νοµίζω ότι όλοι οι παραπάνω, µε τις κατάλληλες µεταρρυθµίσεις, θα µπορούσαν να µετατρέψουν την Ελλάδα σε έναν οικονοµικό παράδεισο, και ταυτόχρονα να διαφυλάξουν µακραίωνες παραδόσεις όπως ο αγροτικός τοµέας, η ναυτιλία, η βιοµηχανία της φιλοξενίας και το εµπόριο, χωρίς ταυτόχρονα να καταστρέψουν το µεγάλο δώρο του Θεού που είναι το κλίµα και το περιβάλλον.

Δεν είµαι κατά της βαριάς βιοµηχανίας. Άλλωστε υπάρχουν ήδη κάποιες πολύ αξιόλογες, που συνεισφέρουν σηµαντικά στην απασχόληση και στην οικονοµία. Να τις διαφυλάξουµε και να τις αναπτύξουµε. Ωστόσο, διαφωνώ ότι η Ελλάδα, λόγω κορωνοϊού, πρέπει να εγκαταλείψει το οικονοµικό µοντέλο της και να αλλάξει εξ’ ολοκλήρου ρότα. Ο καλός οδοντίατρος, δεν βγάζει δόντι όταν πονάει δόντι, απλά το θεραπεύει. Και όπως αναλύσαµε παραπάνω, όλα τα «ασηµικά» της Ελληνικής Οικονοµίας, µε τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήµατα και παραδόσεις χιλιάδων χρόνων, έχουν πολλά ακόµη να δώσουν, αρκεί όλοι µας να το θελήσουµε και όλοι µας να αλλάξουµε την αρχέγονη κακή πλευρά του εαυτού µας και της νοοτροπίας µας. Το κράτος και οι επιχειρηµατίες, πρέπει να καταλάβουν ότι είναι σύµµαχοι και όχι αντίπαλοι. Οι δηµόσιες υπηρεσίες, παρά τις οποιεσδήποτε προσπάθειες, παραµένουν άκρως αντιπαραγωγικές συµπεριλαµβανοµένης και αυτής της δικαστικής. Οι εργαζόµενοι, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η εργασία είναι ευλογία και όχι κατάρα, και οι επιχειρήσεις, ότι φτάνουν στο απόγειο της παραγωγικότητας τους, όταν αξιοποιείται η όποια ικανότητα του συνόλου των εργαζοµένων.

Κατά την άποψη µου, δεν υπάρχει µεγαλύτερη ικανοποίηση, από το να ανακαλύπτει κάποιος, τις δυνατότητές του µέσα σε ένα εργασιακό περιβάλλον, που διέπεται από την σηµασία του teamwork. Ασφαλώς και υπάρχουν και άλλες αξίες, όπως η οικογένεια, η διασκέδαση και η ξεκούραση. Πρέπει κανένας να βρίσκει την απόλυτη ισορροπία µεταξύ όλων αυτών. Δεν είναι πολύ εύκολο, ούτε πολύ δύσκολο, αλλά πιστέψτε µε είναι µαγικό.

Αυτές, κλείνοντας, θεωρώ ότι είναι οι βασικές µεταρρυθµίσεις που χρειάζεται το Ελληνικό Παραγωγικό Μοντέλο. Είµαι σίγουρος, ότι αν πετύχουµε έστω και το 70%, η χώρα θα βρεθεί στον νέο σύγχρονο Χρυσό Αιώνα. Αυτός ή αυτοί που θα το πετύχουν, θα γράψουν µε χρυσά γράµµατα στην ιστορία του Ένδοξου άλλα και Αυτοκαταστροφικού Ελληνικού Κράτους, το όνοµα τους, και θα γίνει ή θα γίνουν οι σύγχρονοι Περικλήδες της Χώρας. Έχουν περάσει περίπου δυόµιση χιλιάδες χρόνια, από εκείνη την χρυσή εποχή. Πόσο αλήθεια θα χρειαστεί να περιµένουµε ακόµα;…ίδωµεν

Σας εύχοµαι καλό καλοκαίρι και να προσέχετε την υγεία σας.

Αξίζει να ενηµερώνεστε από το περιοδικό ΔΥΟ. Είναι στα αλήθεια Δώρο Ζωής.