σύγχρονη έρευνα έχει αναδείξει τη σημασία του ενδομήτριου περιβάλλοντος στην ανάπτυξη του παιδιού, αλλά και στην υγεία και νοσηρότητα κατά την ενήλικη ζωή: ένα αντίξοο ενδομήτριο περιβάλλον συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για μεταβολικές, καρδιαγγειακές και ψυχολογικές/ψυχιατρικές διαταραχές στην ενήλικη ζωή.

Πώς επιδρά το μητρικό στρες στο έμβρυο

Στρες είναι η κατάσταση της απειλούμενης ομοιόστασης και συνδέεται με την ενεργοποίηση των βιολογικών μηχανισμών προσαρμογής  του οργανισμού και συγκεκριμενα του Άξονα Υποθαλάμου – Υπόφυσης – Επινεφριδίων (ΑΥΕ) και του Συμπαθητικού Νευρικού Συστήματος (ΣΝΣ). Η ενεργοποίηση αυτή οδηγεί στην τελική έκκριση κορτιζόλης και κατεχολαμινών (νορεπινεφρίνης και επινεφρίνης) απο τα επινεφρίδια. Κατά τη διάρκεια της κύησης, το έμβρυο προσαρμόζεται στα στρεσσογόνα ερεθίσματα που βιώνει η μητέρα κυρίως μέσω των βιολογικών μεσολαβητών και των συμπεριφορικών  μηχανισμών του συστήματος στρες.

Ο πλακούντας είναι το όργανο που συνδέει τη μητρική με την εμβρυϊκή φυσιολογία και αποτελεί φυσικό εμπόδιο στην έκθεση του εμβρύου στις ορμόνες του στρες της μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης. Στον άνθρωπο, αυτο – αναφορές  συμπτωμάτων στρες στη διάρκεια της κύησης σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα γλυκοκορτικοειδών της μητέρας, απο τα οποία όμως μόνο το 10 – 20% περνάει στο έμβρυο. Η δράση αυτή του πλακούντα επιτυγχάνεται μέσω της δράσης ενός ενζύμου, της 11β-υδροξυστεροειδικής αφυδρογενάσης  τύπου 2, το οποίο μετατρέπει την κορτιζόλη σε αδρανείς μεταβολίτες.

Ενδομήτριο στρες, παχυσαρκία και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Τα τελευταία 20 χρόνια, επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες έχουν αναδείξει την υπόθεση της «αναπτυξιακής προέλευσης της υγείας και της νόσου» σύμφωνα με την οποία η προσαρμογή του εμβρύου στο ενδομήτριο περιβάλλον επιδρά στη δομή και τη λειτουργία των οργάνων. Η προσέγγιση αυτή ξεκινά από την υπόθεση του David Barker, ο οποίος αρχικά παρατήρησε, σε επιδημιολογικές μελέτες, ότι το μικρό μεγέθος κατα τη γέννηση συνδεόταν με αυξημένα ποσοστά θανάτου απο ισχαιμική καρδιακή νόσο. Το 1993, οι Barker και συνεργάτες πρότειναν ότι ο υποσιτισμός κατά τη διάρκεια της κύησης συνέβαλε στο μικρό βάρος γέννησης και την αναπτυξιακή προέλευση της καρδιακής νόσου στον ενήλικα. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φειδωλού φαινοτύπου», το έμβρυο προσαρμόζεται σε ένα αντίξοο, στερημένο ενδομήτριο περιβάλλον, μεγιστοποιώντας την πρόσληψη και τη διατήρηση της ενέργειας, πράγμα το οποίο επιτυγχάνει αλλάζοντας τον μεταβολισμό του και/ή  το σωματικό του μέγεθος. Οι αλλαγές αυτές είναι προσαρμοστικές για το ενδομήτριο περιβάλλον, αλλά δυσπροσαρμοστικές για ένα μεταγεννητικό περιβάλλον πλούσιο σε παροχές.

Μελέτες, σήμερα, έχουν αποδείξει τις επιδράσεις του μητρικού υποσιτισμού κατά τη διάρκεια της κύησης στους απογόνους: τα παιδιά των γυναικών που εκτέθηκαν σε υποσιτισμό στην αρχή της κύησης, κατά τη διάρκεια του λιμού της Ολλανδίας, το 1944 – 1945, ήταν πιο πιθανό να έχουν αρτηριακή υπέρταση στην ενήλικη ζωή τους συγκριτικά με παιδιά γυναικών που κυοφορούσαν πριν ή μετά τον λιμό. Παρομοίως, γυναίκες που εκτέθηκαν στον λιμό της Κίνας το 1959 – 61 στη διάρκεια της κύησης είχαν μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου.

Υπάρχουν σήμερα τεκμήρια, επίσης, ότι τo μεγάλο βάρος γέννησης, όπως και το μικρό, συνδέεται επίσης με υψηλότερο κίνδυνο νοσηρότητας στην ενήλικη ζωή. Ο εμβρυϊκός υπερσιτισμός, όπως κρίνεται από ενδείξεις όπως η μητρική παχυσαρκία, η υπερβολική πρόσληψη βάρους κατά την κύηση και ο διαβήτης κύησης, μπορεί να παραγάγει έναν μεταβολικό φαινότυπο παρόμοιο με αυτόν του υποσιτισμού. Ο μητρικός Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) έχει συσχτετιστεί θετικά με την κοιλιακή παχυσαρκία, ενώ η έκθεση στο διαβητικό ενδομήτριο περιβάλλον αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διαβήτη τύπου-2 και παχυσαρκία. Επίσης, η υπερβολική πρόσληψη βάρους κατά την κύηση, που υπερβαίνει κατά πολύ τις ιατρικές συστάσεις, συνδέεται επίσης με παχυσαρκία στην παιδική και στην ενήλικη ζωή.

Ενδομήτριο στρες  και νευροψυχιατρικές διαταραχές

Το ενδομήτριο περιβάλλον επιδρά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου, αυξάνοντας την προδιάθεση του ατόμου για νευροαναπτυξιακές και ψυχιατρικές διαταραχές. Η επίδραση του ενδομήτριου περιβάλλοντος είναι ιδιαίτερα σημαντική, λόγω της αναπτυξιακής πλαστικότητας του εγκεφάλου. Κατά τη διάρκεια της κύησης, αναπτύσσονται βασικοί εγκεφαλικοί σχηματισμοί, ενώ οι αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον μπορεί να συντελέσουν σε ήπιες διαφοροποιήσεις της εγκεφαλικής ανάπτυξης.

Οι βιολογικές διαδικασίες που σχετίζονται με το στρες μπορεί να επηρεάσουν τους τρόπους με τους οποίους αυξάνονται, διαφοροποιούνται και επικοινωνούν μεταξύ τους τα νευρικά κύτταρα. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει βλαβερές επιδράσεις του ενδομήτριου στρες στην ανάπτυξη της λευκής και της φαιάς ουσίας κατά τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Επιπλέον, κλινικές μελέτες σήμερα έχουν δείξει ότι παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες που βίωσαν έντονο ψυχοκοινωνικό στρες κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης είχαν κατά τόπους ελαττωμένους όγκους στη φαιά ουσία και επηρεασμένες επιτελικές λειτουργίες στην παιδική ηλικία.

Πρόληψη

Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται ότι ο στόχος της προληπτικής ιατρικής για τα νοσήματα των ενηλίκων θα μπορούσε να μετατοπιστεί στη φροντίδα της σωματικής και ψυχικής υγείας της γυναίκας κατά την κύηση, αλλά και ακόμα πιο πίσω, στη φροντίδα των παιδιών και των νέων που κάποτε θα τεκνοποιήσουν, ενισχύοντας θετικά τον κύκλο υγείας του παιδιού  – εφήβου – εγκυμονούσας μητέρας – βρέφους.