Ηλιακό έγκαυμα είναι η οξεία αντίδραση του δέρματος στην παρατεταμένη έκθεση του ατόμου στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Όλοι οι άνθρωποι της λευκής/καυκάσιας φυλής έχουν βιώσει το ηλιακό έγκαυμα τουάχιστον μια φορά στην ζωή τους.

Η ένταση του ηλιακού εγκαύματος εξαρτάται από τον φωτότυπο του ανθρώπου, την ένταση της υπεριώδους ακτινοβολίας και τη διάρκεια της έκθεσης σε αυτή.

Ο άνθρωπος, αναλόγως του χρώματος του δέρματός του, διακρίνεται σε έξι φωτότυπους (ταξινόμηση κατά Fitzpatrick). Ο φωτότυπος Ι (ένα) αναφέρεται στους ανοιχτόχρωμους με πρασινογάλανα μάτια, φακίδες, ξανθά ή κόκκινα μαλλιά που λόγω της έλλειψης μελανίνης καίγονται πάντα από τον ήλιο και μαυρίζουν
ελάχιστα ή καθόλου. Στο άλλο άκρο της κατάταξης βρίσκεται ο φωτότυπος VI (έξι) που αναφέρεται στους  νέγρους. Ενδιάμεσα βρίσκονται όλοι οι άλλοι φωτότυποι με σταδιακή αύξηση της μελανίνης του δέρματος όσο οδεύουμε από τον φωτότυπο ένα στον φωτότυπο έξι. Αυτό καθορίζει και τη συμπεριφορά του
δέρματος στον ήλιο, δηλαδή πόσο μαυρίζει ή καίγεται. Οι μεσογειακοί άνθρωποι τοποθετούνται  στους φωτότυπους ΙΙΙ και ΙV (τρία και τέσσερα).

Το δεύτερο στοιχείο που έχει σχέση με τη βαρύτητα του ηλιακού εγκαύματος σχετίζεται με την ένταση της υπεριώδους ακτινοβολίας και ιδιαιτέρως του κλάσματος αυτής μεταξύ 290-320 nm (UVB).

Η υπεριώδης ακτινοβολία του ηλίου διακρίνεται στη UVA (320-400 nm), τη UVB (290-320 nm) και τη UVC. Η UVC μπλοκάρεται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και δεν φτάνει στη γη, ενώ η UVA είναι υπεύθυνη για τις χρόνιες αθροιστικές επιδράσεις του ηλιακού φωτός, τη φωτογήρανση και τον καρκίνο του δέρματος. Η UVB είναι εκείνη που προκαλεί τις οξείες επιδράσεις του ηλίου στο δέρμα και ιδιαίτερα το ηλιακό έγκαυμα με απ’ευθείας βλαπτική επίδραση στο DNA (γενετικό υλικό) των κυττάρων. Η ένταση της υπεριώδους ακτινοβολίας έχει σχέση με την  ώρα της ημέρας (μεταξύ 11 και 4 οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν κάθετα στη γη), το γεωγραφικό πλάτος (περιοχές κοντά στον Ισημερινό έχουν μεγαλύτερη ένταση υπεριώδους ακτινοβολίας, ενώ, όσο πηγαίνουμε προς τους πόλους, αυτή μειώνεται), την  εποχή (το καλοκαίρι και την άνοιξη υπάρχει περισσότερη υπεριώδης ακτινοβολία απ’ ό,τι τον χειμώνα και το  φθινόπωρο), το ύψος που βρίσκεται ένας τόπος (μεγαλύτερο υψόμετρο, μεγαλύτερη ένταση), καθώς και με την ύπαρξη επιφανειών που αντανακλούν την υπεριώδη ακτινοβολία,
όπως το νερό, η άμμος, το τσιμέντο, το χιόνι και ο πάγος.

Η διάρκεια της έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία είναι ο τρίτος παράγοντας που καθορίζει την ένταση του εγκαύματος.

Το ηλιακό έγκαυμα εκδηλώνεται με ερυθρότητα που συνοδεύεται από πόνο που είναι αναλόγος   της διάρκειας και της έκτασης της έκθεσης. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν την εμφάνιση φυσαλίδων, οιδήματος, κνησμού, ξεφλουδίσματος, εξανθήματος, ναυτίας, εμέτου, πυρετού, ριγών και λιποθυμίας (συγκοπής).
Επίσης, υπάρχει αίσθηση θερμότητας στο ηλιακό έγκαυμα λόγω του αίματος που συγκεντρώνεται στη διαδικασία επούλωσης.

Τα εγκαύματα ταξινομούνται σε επιφανειακά ή μερικού πάχους και σε δευτέρου βαθμού όταν υπάρχουν φυσαλίδες. Η πρόληψη του ηλιακού εγκαύματος έγκειται στην αποφυγή του ηλίου μεταξύ 11 και 4 το καλοκαίρι, την αναζήτηση σκιάς, τη χρήση του καπέλου,  ειδικού ρουχισμού με πυκνές ίνες  και ανοιχτά
χρώματα που αντανακλούν την ηλιακή ακτινοβολία και δεν την απορροφούν και, φυσικά, πάνω απ’ όλα τη χρήση κατάλληλου αντηλιακού ευρέος φάσματος που
προστατεύει τόσο από την UVA (UltravioletA), όσο και από την UVB (Ultraviolet B) ακτινοβολία.

Αντιμετώπιση

Θεραπευτικά πρέπει να κάνουμε κρύα μπάνια συχνά, να χρησιμοποιούμε τοπικά αντιφλογιστικές κρέμες με καλαμίνη, αλόη βέρα, ενυδατικές κρέμες, ενώ και κρέμες με κορτικοειδή χρησιμεύουν ιδιαίτερα στην οξεία φλεγμονώδη φάση του εγκαύματος.

Αν υπάρχει υπόνοια επιμόλυνσης, χρησιμοποιούνται αντιβιοτικές κρέμες, ενώ πολύ αποτελεσματικές είναι και οι κρέμες με βάση το ιατρικό μέλι. Αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως η ασπιρίνη και η ιβουπροφαίνη, βοηθούν όταν υπάρχει πόνος.

Χρειάζεται να παραμένουμε ενυδατωμένοι και να πίνουμε πολύ
νερό. Δεν σπάμε τις φυσαλίδες, διότι η οροφή τους βοηθά στην επούλωση. Δεν συστήνεται, τέλος, η χρήση τοπικών αναισθητικών κρεμών με βάση τη λιδοκαΐνη ή τη βενζοκαΐνη.