H δυσλεξία είναι μεταξύ των τριών πιο διαδεδομένων «Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών» του πληθυσμού της σχολικής ηλικίας. Αποτελεί μια ειδική διάσταση στο λειτουργικό σύστημα ανάγνωσης των ατόμων, των οποίων η συνολική γλωσσική, γνωστική, κοινωνική/συναισθηματική ανάπτυξη και οι αισθητηριακές ικανότητες είναι εντός των φυσιολογικών ορίων για την ηλικία. Ένα λειτουργικό σύστημα αποτελείται από ένα σύνολο διεργασιών, οι οποίες είναι συντονισμένες για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου έργου ή στόχου όπως είναι η ανάγνωση ή η γραφή. Οι αναγνωστικές δεξιότητες ή οι δεξιότητες γραπτής έκφρασης στα άτομα με δυσλεξία αναπτύσσονται πιο αργά από ό,τι άλλες δεξιότητές τους σε υψηλότερο επίπεδο, όπως η κατανόηση κειμένων και η λεκτική συλλογιστική. Φαίνεται δηλαδή ότι υπάρχει μια άνιση ανάπτυξη μεταξύ δύο ή περισσοτέρων σχετικών ικανοτήτων, που δεν αναπτύσσονται στο ίδιο ποσοστό. Η ανάγνωση μεμονωμένων λέξεων δεν αναπτύσσεται τόσο εύκολα, όσο το κείμενο ανάγνωσης (φράσεις ενσωματωμένες σε δομές του λόγου). Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής με δυσλεξία πρέπει να εργαστεί περισσότερο και να ασκήσει μεγαλύτερη προσπάθεια, σε σχέση με τους τυπικά αναπτυσσόμενους συνομηλίκους, για να επιτευχθεί το ίδιο αναγνωστικό αποτέλεσμα.
Οι απώτερες αιτίες των ατομικών διαφορών στην εκμάθηση της ανάγνωσης είναι οι βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την ανάπτυξη των συστημάτων του εγκεφάλου που διέπουν την ανάγνωση. Υπάρχουν πολλά στοιχεία για γενετικές επιρροές από το πόσο εύκολα μπορούν τα παιδιά να μάθουν να διαβάζουν και από τους αιτιώδεις παράγοντες κινδύνου για τα σοβαρά προβλήματα ανάγνωσης που παρατηρούνται στα παιδιά με δυσλεξία. Ένα παιδί που φέρει ένα γενετικό κίνδυνο για δυσλεξία είναι πιθανό να έχει όχι μόνο αναγνωστικές δυσκολίες, αλλά και προβλήματα να αυτο-επιβληθεί σε περιορισμούς σχετικά με τις δραστηριότητες γραμματισμού που βιώνει.

Πρώιμες ενδείξεις και προγνωστικοί δείκτες στην προσχολική ηλικία
Παρά το γεγονός ότι η δυσλεξία αναφέρεται ότι είναι ένα πρόβλημα ανάγνωσης, ωστόσο το συνεχιζόμενο πρόβλημα είναι η ορθογραφία. Τα άτομα με δυσλεξία, μπορεί να έχουν σχετικά πλεονεκτήματα σε θέματα κατανόησης προφορικού λόγου και στις προφορικές δεξιότητες έκφρασης, σε επίπεδο σύνταξης, παρά τα προβλήματα αποκωδικοποίησης κατά την ανάγνωση και κωδικοποίησης κατά την παραγωγή του γραπτού λόγου. Οι δυσκολίες αποκωδικοποίησης και κωδικοποίησης του γραπτού λόγου γίνονται εμφανείς, με τη συστηματική τους διδασκαλία στις πρώτες τάξεις της σχολικής βαθμίδας. Ωστόσο σημαντικές έρευνες έχουν δείξει, ότι προβλήματα στην ανάγνωση και τη γραφή συνδέονται με δυσκολίες μορφο-συντακτικής χρήσης του λόγου, που αναδύονται κατά την προσχολική ηλικία και συνεχίζονται κατά τη διάρκεια των ετών της σχολικής φοίτησης, όχι μόνο ως προφορικά γλωσσικά προβλήματα, αλλά και ως γραπτά γλωσσικά ελλείμματα. Οι πρώιμες ενδείξεις ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, μπορεί να εκδηλωθούν ως καθυστέρηση έναρξης της ομιλίας, ή ως καθυστέρηση στο συνδυασμό των λέξεων λόγω αδυναμίας στη σύνταξη και τη μορφολογία του λόγου.
Η γνώση των γραμμάτων, αποτελεί βασικό συστατικό για την κατανόηση του αλφαβητικού κώδικα. Η αντίληψη και κατανόηση ότι τα γράμματα που αποτυπώνονται με λέξεις στο γραπτό λόγο, αποτελούν φωνήματα του προφορικού λόγου, διαφοροποιεί την αναγνωστική ικανότητα των παιδιών.
Η φωνολογική επίγνωση των παιδιών περιλαμβάνει το χειρισμό ή την κρίση των παιδιών σχετικά με τις φωνολογικές μονάδες των κανονικών λέξεων και των ψευδολέξεων. Μια συνηθισμένη άσκηση είναι η απαλοιφή φωνημάτων, όταν σε μια λέξη παραλείπεται το αρχικό ή το τελικό φώνημα, π.χ «Πες τη λέξη Γάτα χωρίς το αρχικό /Γ/- απάντηση «ΑΤΑ». Σε μια μετανάλυση των Melby-Lervag, Lyster, and Hulme (2012) για τη σχέση μεταξύ φωνολογικής επίγνωσης και αναγνωστικών δεξιοτήτων στα παιδιά, αναφέρεται ότι τα παιδιά με δυσλεξία παρουσιάζουν μεγάλο έλλειμμα στη φωνολογική επίγνωση σε σχέση με τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά.
Το τελευταίο σημαντικό προγνωστικό των μεταβολών στην αναγνωστική ανάπτυξη είναι η ταχεία αυτοματοποιημένη ονομασία στην οποία τα παιδιά ονομάζουν όσο πιο γρήγορα μπορούν μια λίστα από εικόνες, χρώματα, γράμματα, αριθμούς. Τα παιδιά με δυσλεξία έχουν φτωχές επιδόσεις σ’ αυτή τη δοκιμασία. Το γεγονός ότι η χρήση με τις εικόνες, τα χρώματα μετράται πριν ακόμη τα παιδιά μπορούν να διαβάσουν, είναι προγνωστική των μεταγενέστερων διακυμάνσεων των δεξιοτήτων ανάγνωσης, όπως η αναγνωστική ακρίβεια και η αναγνωστική ευχέρεια.

Ενδεικτικές δραστηριότητες παρέμβασης
Μια σειρά από περιβαλλοντικούς παράγοντες, επηρεάζουν και διαμορφώνουν την ανάπτυξη των συστημάτων του εγκεφάλου που διέπουν την ανάγνωση. Το οικογενειακό περιβάλλον εγγραμματισμού του παιδιού συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτούς τους παράγοντες. Οι γονείς παιδιών προσχολικής ηλικίας μπορούν να επιλέξουν δραστηριότητες με τα παιδιά τους, που να εστιάζουν για παράδειγμα στη συσχέτιση μεταξύ ήχων και γραμμάτων και πώς να αναγνωρίζουν γραμμένες λέξεις. Οι δραστηριότητες αυτές δίνουν ένα προβάδισμα στις δεξιότητες αποκωδικοποίησης, όταν μπαίνουν στο σχολείο. Επίσης δραστηριότητες που είναι επικεντρωμένες στη σημασία, όπως για παράδειγμα το διάβασμα παραμυθιών δυνατά και η συζήτησή τους με το παιδί, φαίνεται ότι βελτιώνουν τις γλωσσικές δεξιότητες και τις δεξιότητες αναγνωστικής κατανόησης.

Βιβλιογραφία
Virginia W. Berninger. (2001) Understanding the ‘Lexia’ in Dyslexia: A Multidisciplinary Team Approach to Learning Disabilities Annals of Dyslexia, 51
Charles Hulme and Margaret J. Snowling (2015) Learning to Read: What We Know and What We Need to Understand Better. Child Dev Perspect; 7(1): 1-5.
Virginia W. Berninger Todd L. Richards Robert D. Abbott. (2015) Differential diagnosis of dysgraphia, dyslexia, and OWL LD: behavioral and neuroimaging evidence. Read Writ 28:1119-1153
Caravolas M, Lervåg A, Mousikou P, Efrim C, Litavský M, Onochie-Quintanilla E, et al. (2012) Common patterns of prediction of literacy development in different alphabetic orthographies. Psychological Science.; 23:678-686
Lervåg A, Hulme C. (2009) Rapid naming (RAN) taps a basic constraint on the development of reading fluency. Psychological Science.; 20:1040-1048.
Melby-Lervag M, Lyster S, Hulme C. (2012) Phonological skills and their role in learning to read: A meta analytic review. Psychological Bulletin.; 138:322-352.