Πρόκειται για  ένα σύνδρομο που σχετίζεται με τη γήρανση και χαρακτηρίζεται από ελάττωση των επιπέδων των ανδρογόνων. Επιφέρει παθοφυσιολογικές επιπτώσεις σε άλλα όργανα και έχει σημαντική επίπτωση στην ποιότητα της ζωής των ανδρών. Πρωτοπεριγράφηκε το 1944 και χαρακτηρίστηκε σαν ανδρική εμμηνόπαυση, σε μία προσπάθεια να εξηγηθούν συμπτώματα που εμφανίζονταν στον γηράσκοντα άνδρα παρόμοια με αυτά των γυναικών στην κλιμακτήριο.

Η παθοφυσιολογία του συνδρόμου μελετήθηκε αρκετά, αλλά ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία ως προς την επίπτωσή του ούτε στην ανάγκη της ορμονικής υποκατάστασης, εξηγεί ο Διευθυντής ΕΣΥ Ουρολογικής Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τέως πρόεδρος Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας, κ. Γώργιος Μουτζούρης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η τεστοστερόνη, εκτός από τον κριτικό ρόλο της στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα (ανάπτυξη πέους, προστάτη, σπερματογένεση, στυτική λειτουργία), έχει δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ρυθμίζοντας κεντρικά τη σεξουαλική επιθυμία, τη διάθεση και τη γνωσιακή λειτουργία, στο δέρμα (τριχοφυΐα, ποιότητα δέρματος), στο μυϊκό σύστημα σαν αναβολικό, στο ήπαρ για τη σύνθεση πρωτεϊνών, στον μυελό των οστών για την ερυθροποίηση, στο νεφρό για παραγωγή ερυθροποιητίνης και στα οστά, αυξάνοντας την οστική μάζα.

Όταν τα επίπεδά της ελαττώνονται, εμφανίζονται συμπτώματα όπως ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας, ελάττωση των νυκτερινών στύσεων, διαταραχές της στυτικής λειτουργίας, ελάττωση της μυϊκής μάζας, οστεοπόρωση, ελάττωση της σωματικής τρίχωσης, μείωση της δραστηριότητας, διαταραχές συγκέντρωσης και μνήμης, υπνηλία, κακή διάθεση και κατάθλιψη, αύξηση του σωματικού λίπους και ελάττωση της απόδοσης στην εργασία.

Γιατί θα πρέπει κάποιος να απευθυνθεί στον γιατρό;

Γιατί δυστυχώς υπάρχει η τάση τα συμπτώματα αυτά να θεωρούνται φυσιολογικό επακόλουθο της γήρανσης.

“Δεν πρέπει να ελέγχουμε όλους τους άνδρες για χαμηλή τεστοστερόνη, αλλά μόνο αυτούς που τα συμπτώματά τους δείχνουν μεγάλη πιθανότητα του κλινικού συνδρόμου”, τονίζει ο ειδικός.

Ωστόσο κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Για έναν άνδρα που είχε τιμές τεστοστερόνης στα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα, η μείωση της τεστοστερόνης σε χαμηλές φυσιολογικές τιμές μπορεί να του προκαλεί πρόβλημα, ενώ για έναν άλλο, που είχε τιμές στα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα, η πτώση κάτω από τη φυσιολογική τιμή να μην του προκαλεί σημαντικό πρόβλημα.

Αν και δεν υπάρχουν μακρόχρονες μελέτες, η ανδρογονική υποκατάσταση στους πάσχοντες άνδρες φαίνεται να είναι ασφαλής, χρειάζεται, όμως, καλή επιλογή ασθενών και καλή παρακολούθηση για τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τα επίπεδα τεστοστερόνης που χρήζουν υποκατάστασης είναι Τ< 230 ng/dl ή < 8nmol/l και ελεύθερης τεστοστερόνης < 5ng/dl. Στόχος της υποκατάστασης είναι η βελτίωσης της ενεργητικότητας και της διάθεσης του άνδρα, βελτίωση της οστικής πυκνότητας και μυϊκής μάζας, βελτίωση της ερωτικής επιθυμίας και σεξουαλικής λειτουργίας. Η χορήγηση τεστοστερόνης μπορεί να έχει σοβαρές, ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως σημαντική αύξηση του αιματοκρίτη (>54%), που να απαιτήσει αφαίμαξη, επιδείνωση της συμπτωματολογίας από υπερπλασία προστάτη, προαγωγή λανθάνοντος καρκίνου του προστάτη, επίταση της αποφρακτικής άπνοιας κατά τον ύπνο, κατακράτηση υγρών, οιδήματα και καρδιοαγγειακή επιβάρυνση. Χρειάζεται προηγουμένως καλός έλεγχος του ασθενούς για προϋπάρχουσα παθολογία, πάντα δακτυλική εξέταση του προστάτη, εξέταση αίματος για PSA και ενίοτε αρνητική βιοψία προστάτη. Ο στόχος της υποκατάστασης είναι να επιτευχθούν τιμές στα χαμηλότερα φυσιολογικά επίπεδα των νεαρών ανδρών (300-400 ng/dl), ώστε να αποφύγουμε όσον το δυνατόν τις ανεπιθύμητες ενέργειες στους ηλικιωμένους.

Η τεστοστερόνη μπορεί να χορηγηθεί σε δισκία, σε ενδομυϊκές ενέσεις, σε εμφυτεύματα, σε δερματικά patch και σε δερματική γέλη.

Επιμέλεια: Νεκταρία Καρακώστα, Δημοσιογράφος Υγείας

 

 


Η Health Editor Προτείνει: