Η προσπάθεια για εμβολιασμό είναι πολύ παλιά, ήδη το 10ο αιώνα μΧ έγιναν προσπάθειες στην Κίνα για μεταφορά υλικού, από δερματικές βλάβες ασθενών με ευλογιά, στο δέρμα υγιών ώστε να δημιουργήσουν προστασία. Το πρώτο εμβόλιο αποδίδεται στον Jenner και δόθηκε για την ευλογιά στο τέλος του 18ου αιώνα. O Pasteur όμως ήταν ο πρώτος επιστήμονας που βρήκε ότι τις αρρώστιες τις μεταφέρουν τα μικρόβια και που παρήγαγε εμβόλια στο εργαστήριο,
γι αυτό και θεωρείται πατέρας της σύγχρονης μικροβιολογίας. Από τότε πολλά εμβόλια έχουν ανακαλυφθεί και εκατομμύρια εμβολιασμοί έχουν γίνει που μείωσαν τη παιδική θνητότητα στο ελάχιστο. Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο JAMA, ένα από τα πιο έγκριτα ιατρικά περιοδικά το 2007, βασισμένη σε αρχεία θανάτων έδειξε ότι   τα εμβόλια για την διφθερίτιδα, τον τέτανο, την ιλαρά και τον κοκκύτημείωσαν τους θανάτους κατά 99%. Έχουμε πια υποχρεωτικό εμβολιασμό για τα παιδιά και την ασφάλεια τους και αρκετούς εμβολιασμούς για τη προστασία εφήβων και ενηλίκων.  Άλλοι χρειάζεται να γίνονται εφάπαξ και άλλοι πρέπει να επαναλαμβάνονται, όπως αυτός της γρίπης.

Όσον αφορά στα εμβόλια για τον κορονοιό, μια πρόσφατη ανακοίνωση στο ιατρικό περιοδικό BMJ δείχνει ότι στην Αγγλία, ο εμβολιασμός μείωσε κατά 80% τις εισαγωγές και κατά 85% τους θανάτους ασθενών ηλικίας πάνω από 80 ήδη τρεις με τέσσερις εβδομάδες μετά την πρώτη δόση του εμβολίου. Ο εμβολιασμός στην  Αγγλία λοιπόν δημιουργεί ένα πολύ αποτελεσματικό τείχος προστασίας στους εμβολιασμένους.

Ποιά είναι τα στοιχεία από τη χώρα μας; Είναι παρόμοια: Βλέπουμε και στην Ελλάδα μείωση των εισαγωγών μεγαλύτερες ηλικίες που έχουν εμβολιαστεί.
Σαν παράδειγμα, στο Σωτηρία, το μεγαλύτερο κέντρο αναφοράς για COVID, το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου, πριν την έναρξη των εμβολιασμών, το
23% των εισαγωγών αφορούσε σε ασθενείς ηλικίας άνω των 80. Το δίμηνο αντίστοιχα Μαρτίου – Απριλίου μόνο 6% των εισαγωγών αφορούσαν σε άτομα
άνω των 80 ετών και σχεδόν όλοι όσοι νόσησαν και χρειάστηκαν εισαγωγή ήταν ανεμβολίαστοι. Σε σχέση με το δίμηνο πριν τα Χριστούγεννα και την
έναρξη των εμβολιασμών λοιπόν και παρά το γεγονός ότι τα κρούσματα στην Αθήνα αυξήθηκαν σημαντικάόπως και ο αριθμός των νοσηλευομένων,
η ανάγκη για νοσηλεία ασθενών ηλικίαςμεγαλύτερης των 80 -που είναι η ηλικίαπου εμβολιάστηκε κατά προτεραιότητα -μειώθηκε σημαντικά. Και αντίθετα, ενώ το δίμηνο Νοεμβρίου Δεκεμβρίου έγιναν στοΣωτηρία 298 εισαγωγές ατόμων ηλικίας μικρότερης των 59, το τελευταίο δίμηνο, έγιναν 790 εισαγωγές αυτών
των ηλικιακών ομάδων, και αφορούσαν κυρίως σε ασθενείς που δεν έχουν εμβολιαστεί.

Αν ελέγξουμε δε τους θανάτους, σε 80 θανάτους του τελευταίου εικοσαήμερου στην Ελλάδα σε ασθενείς άνω των 80 (που μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι εμβολιασμένοι), οι ασθενείς που κατέληξαν ήταν ανεμβολίαστοι  με 2 εξαιρέσεις, ασθενείς που είχαν σοβαρές συνοσηρότητες. Άρα ο εμβολιασμός για τον
κορονοιο προστατεύει, μειώνει σημαντικά λοιμώξεις και θανάτους. Και  με το δεδομένο ότι προστατεύει τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που η ανοσολογική απάντηση είναι λιγότερο αποτελεσματική, πολύ περισσότερο μπορεί να προστατέψει τους νεότερους. Οι δε παρενέργειες είναι εξαιρετικά σπάνιες και σοβαρές συνέπειες μπορούν να προληφθούν.

Ο εμβολιασμός είναι η απάντηση στιςλοιμώξεις, η πρόληψη είναι πάντα καλύτερη, πιο ανώδυνη και πιο αποτελεσματική από τη θεραπεία. Με τον εμβολιασμό
παραμένουμε ασφαλείς και αποφεύγουμε συμπτώματα, φάρμακα, νοσηλείεςκίνδυνο και άγχος.