
O δεκαεξάχρονος Γιώργος «διαρκώς αναβάλλει το διάβασμα» μου διηγούνται οι γονείς του. «Eνώ γνωρίζει ότι πρέπει να δια– βάσει, δυστυχώς φτάνει η τελευταία στιγμή και τότε αναγκάζεται να “γκαζώσει”, προκειμένου να καταφέρει έστω και στο παρά πέντε να είναι συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις. Aυτό όμως» συνεχίζουν οι γονείς του Γιώργου «δημιουργεί μεγάλη αναστάτωση στην οικογένεια, γιατί αναγκαζόμαστε να του το υπενθυμίζουμε διαρκώς –“πήγαινε διάβασε” ή “τέλειωσες τα μαθήματά σου;” ή “πότε, επιτέλους, θα αρχίσεις το διάβασμα;”–, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένταση στο σπίτι μας. Aυτό ούτε τον Γιώργο βοηθά, επειδή αγχώνεται πολύ να τα προλάβει την τελευταία στιγμή, ενώ κάποιες φορές δεν καταφέρνει να ταπροετοιμάσει όλα. Aναρωτιέται και ο ίδιος τι μπορεί να κάνει, πώς να βοηθήσει τον εαυτό του».
H αναβλητικότητα στο διάβασμα μπορεί να συνοδεύει την έλλειψη συγκέντρωσης, αλλά πολλές φορές αποτελεί με– μονωμένο πρόβλημα γιατί, όταν το παιδί αποφασίζει να διαβάσει, «στρώνεται κανονικά» και διαβάζει πολύ συγκε– ντρωμένα. Ωστόσο, η διαδικασία της μελέτης κάποιων, ή και όλων των μαθημάτων, για πολλούς μαθητές δεν είναι κάτι ευχάριστο. Tο πρόβλημα είναι ότι αναβάλλει το διάβασμα μέχρις ότου φτάσει ο κόμπος στο χτένι, και τότε η μελέτη του φαίνεται βουνό, που βέβαια τον εξαντλεί, όπως λένε χαρακτηριστικά οι γονείς. Παρά τις διαρκείς υποδείξεις, ο έφηβος δείχνει ότι δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί σωστά τον χρόνο του διαβάσματος, αφού επιμένει να το αφήνει για την τελευταία στιγμή.
Σε περίπτωση που γενικά αναβάλλει πολλές υποχρεώσεις του, τότε ίσως εκδηλώνει αρνητική στάση για τη ζωή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ανασφάλεια κ.ά.
O τρόπος διαχείρισης του χρόνου διαφέρει από έφηβο σε έφηβο. Κάποιοι επιθυμούν να προγραμματίζουν και να οργα– νώνουν τον χρόνο τους λεπτομερώς. Άλλοι δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για πρόγραμμα και άλλοι προτιμούν να το κά– νουν χονδρικά και πρόχειρα μέσα στο μυαλό τους και να μην κοιτούν καθόλου το ρολόι. Κάποιες προτάσεις που μπορεί να διευκολύνουν τον έφηβο είναι οι ακόλουθες:
H δεκαεπτάχρονη Nίκη, μαθήτρια της δευτέρας λυκείου, αδυνατεί να συγκεντρωθεί. Kάθεται να διαβάσει και της έρχονται στον νου όλες οι άκαιρες σκέψεις: τι έκανε στο σχολείο με τις συμμαθήτριές της, το αγόρι που της αρέσει, πώς θα φτιάξει τα μαλλιά της κ.λπ. Ομολογεί πως έχει προσπαθήσει πολλές φορές να διώξει τις σκέψεις αυτές, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αν στο τέλος τα καταφέρει να συγκεντρω– θεί, έχει ήδη ταλαιπωρηθεί πολύ. Θέλει να ακούει και μουσική, γιατί, όπως λέει, την ηρεμεί, και μερικές φορές στέλνει και μηνύματα στις φίλες της από το κινητό της. Φέτος όμως που πηγαίνει στη δευτέρα λυκείου πρέπει να σοβαρευτεί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, και να στρωθεί να διαβάσει. Δεν ξέρει όμως τον τρόπο.
Οι περισσότεροι έφηβοι παραπονούνται ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν ή ότι, όταν ξεκινούν να διαβάσουν, τους έρχονται στο μυαλό διάφορες άσχετες σκέψεις και τους αποσπούν. Έτσι, κάθονται με τις ώρες μπροστά στο βιβλίο χωρίς να είναι παραγωγικοί. H έλλειψη συγκέντρωσης, η παθητικότητα και η αδιαφορία για τα μαθήματα μπορεί να οφείλονται σε ζητήματα που απασχολούν τον έφηβο, στην ορμονική αναστάτωσή του ή σε εξωτερικούς περισπα– σμούς. Δεν είναι απλό να ρυθμίζει τη μελέτη του, να μα– ζεύει τη σκέψη του και να μελετά, απομονώνοντας ό,τι τον απασχολεί.
Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι τρόποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση:
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα που μπορεί να σας ενδιαφέρουν