Νέα θεραπεία μειώνει υποτροπές και αναπηρία στην ΠΣ

Νέα εποχή στην αντιμετώπιση της Πολλαπλής Σκλήρυνσης φέρνουν τα δισκία κλαδριβίνης, τα οποία με ένα ευέλικτο θεραπευτικό σχήμα 20 ημερών σε διάρκεια δύο ετών, προσφέρουν μείωση των υποτροπών και καλύτερη ποιότητα ζωής στους ασθενείς για τουλάχιστον μια τετραετία.

Η θεραπεία -η οποία έως το τέλος του έτους αναμένεται να είναι διαθέσιμη και στη χώρα μας- ενδείκνυται για τη θεραπεία των υψηλής ενεργότητας υποτροπιαζουσών μορφών της Πολλαπλής Σκλήρυνσης, μιας νόσου στην οποία η φλεγμονή προκαλεί βλάβες στο προστατευτικό περίβλημα γύρω από τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία της ιντερφερόνης από τη Merck, η νέα θεραπεία της εταιρείας έρχεται να ελέγξει ταχύτατα τη νόσο (από τον πρώτο κιόλας μήνα χορήγησης), να επιβραδύνει την εξέλιξη της αναπηρίας μακροπρόθεσμα, μειώνοντας τις ενεργές εστίες και προλαμβάνοντας τις υποτροπές.

Από Πολλαπλή Σκλήρυνση υπολογίζεται ότι πάσχουν περίπου 12.000-13.000 ασθενείς στη χώρα μας- στην πλειοψηφία τους γυναίκες. Η πάθηση, σύμφωνα με τον Καθηγητή Νευρολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Δρ Σπύρο Κονιτσιώτη δημιουργεί προφανή προβλήματα στον πάσχοντα- ένα ευρύ φάσμα σωματικών και κοινωνικών περιορισμών: “H Πολλαπλή Σκλήρυνση είναι μια χρόνια και ιδιαίτερα εξουθενωτική πάθηση, που προκαλεί σωματικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να εργαστούν σε όλες τις εργασίες ή αν εργάζονται κάπου, φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους. Η πάθηση μπορεί να οδηγήσει σε ανεργία και απώλεια εισοδήματος, ενώ προκαλεί προβλήματα και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν μπορούν όλες οι σχέσεις να αντέξουν την Πολλαπλή Σκλήρυνση. Οι ασθενείς αποσύρονται από κοινωνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες αναψυχής. Ακόμη και η ίδια η θεραπεία προκαλεί βάρη, με τις συχνές επισκέψεις στο νοσοκομείο”, εξήγησε ο καθηγητής.
Ωστόσο η θεραπεία με τα δισκία κλαδριβίνης, που λαμβάνονται από το στόμα, χωρίς χρειάζεται συνεχής και συστηματική παρακολούθηση, προσφέροντας αποτελεσματικότητα σε βάθος χρόνου και καλό προφίλ ασφαλείας, έρχεται να αλλάξει το τοπίο στην αντιμετώπιση της νόσου.

Το μόνο που πρέπει να κάνει ο ασθενής είναι κάποιες εξετάσεις τρεις μήνες μετά την πρώτη χορήγηση της θεραπείας, ενώ μετά τη δεύτερη χορήγηση δεν απαιτείται καμία παρακολούθηση. “Είναι μακράν το πιο εύκολο από όλα τα φάρμακα που χορηγούμε τώρα”, τόνισε ο Δρ Κονιτσιώτης, τη στιγμή που άλλες θεραπείες απαιτούν εξετάσεις αίματος κάθς 1-2 εβδομάδες επί έξι μήνες. «Τα δισκία κλαδριβίνης έρχονται να καλύψουν σημαντικές ανεκπλήρωτες ανάγκες των ασθενών. Πρωταρχική ασφαλώς ανάμεσά τους είναι η αποτελεσματικότητα της θεραπείας σε βάθος χρόνου. Εξίσου σημαντικά ωστόσο είναι και άλλα δύο σημεία: το ισοζύγιο ασφάλειας – αποτελεσματικότητας και το γεγονός ότι με αυτή τη θεραπεία ο ασθενής δεν επιβαρύνεται με συχνές, χρονοβόρες διαδικασίες παρακολούθησης. Στην πραγματικότητα κάνουμε λόγο για μηδενική παρακολούθηση για δύο χρόνια”, εξήγησε ο Δρ Κονιτσιώτης.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη θεραπεία έρχεται να καλύψει ένα θεραπευτικό κενό, ειδικά για τις γυναίκες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία και θέλουν να τεκνοποιήσουν, αλλά και για τους ασθενείς που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές και δεν έχουν τη δυνατότητα τακτικής παρακολούθησης ή μετάβασης σε ειδικό κέντρο για τη λήψη της αγωγής, η θεραπεία δεν έχει φτάσει ακόμη στους Έλληνες ασθενείς, καθώς αναμένεται το πράσινο φως για την αποζημίωσή της από τα ασφαλιστικά ταμεία.

 

Πώς δρα το νέο φάρμακο
Στόχος της κλαδριβίνης είναι τα λεμφοκύτταρα τα οποία επιτίθενται στο προστατευτικό περίβλημα γύρω από τα νευρικά κύτταρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η κλαδριβίνη προκαλεί τον θάνατο των λεμφοκυττάρων, επιβραδύνοντας την εξέλιξη της Πολλαπλής Σκλήρυνσης. Η αποτελεσματικότητά της οφείλεται στο γεγονός ότι προκαλεί ανασύσταση του ανοσοποιητικού συστήματος, με αποτέλεσμα τα παθολογικά ανοσοκύτταρα να καταστρέφονται και να αναδημιουργούνται ως υγιή. Λόγω του δοσολογικού σχήματός της ωστόσο, η ανοσοκαταστολή  που προκαλεί είναι μικρής διάρκειας, χωρίς να θέτει τον ασθενή στα ρίσκα και τους κινδύνους της συνεχούς ανοσοκαταστολής (λοιμώξεις, φόβος για νεοπλασίες, απαιτήσεις συνεχούς παρακολούθησης).
Μελέτη που συνέκρινε την επίδραση των δισκίων κλαδριβίνης και εικονικού φαρμάκου στη μείωση του ποσοστού των υποτροπών στα δύο πρώτα χρόνια από την έναρξη της θεραπείας, διαπίστωσε ότι στο 78% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε το φάρμακο δεν παρατηρήθηκε υποτροπή της νόσου, ενώ παρόμοια ποσοστά μείωσης της υποτροπής (76%) παρατηρήθηκαν και στα τέσσερα χρόνια από την έναρξη της θεραπείας.
Το φάρμακο κυκλοφορεί εδώ και ενάμιση χρόνο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τα αποτελέσματα από τη χρήση του  σε πραγματικούς ασθενείς φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τις παραπάνω μελέτες.