Το καλό πρωινό “ασπίδα” για την καρδιά

Η καθημερινή κατανάλωση ενός καλού πρωινού και ο λιγότερος χρόνος μπροστά στην τηλεόραση προστατεύουν από την αθηρωματική νόσο, μειώνουν τα καρδιαγγειακά συμβάματα και συνδέονται με μικρότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά. Η Μελέτη Κορινθία που διενεργήθηκε από την 1η Πανεπιστημιακή κλινική του Ιπποκρατείου Γ.Ν.Α. της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, υπό την οργάνωση και το συντονισμό του καθηγητή κ. Τούσουλη έδειξε πως η παράλειψη του πρωινού γεύματος έχει δυσμενή αποτελέσματα στην αρτηριακή σκληρία και στο αθηρωματικό φορτίο των καρωτίδων, ενώ αντίθετα η αυξημένη πρόσληψη θερμίδων μέσω του πρωινού δρα προστατευτικά στην αθηρωματική νόσο.

Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν πως εκτός από την ποιότητα ενός πρωινού γεύματος, μια ισορροπημένη πρόσληψη θερμίδων κατά την διάρκεια της ημέρας, συμπεριλαμβανομένου ενός θερμιδικά πλούσιου πρωινού, μπορεί να δράσουν προστατευτικά για το καρδιαγγειακό μας σύστημα, τόνισε ο Δημήτριος Τούσουλης, Καθηγητής Καρδιολογίας Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών – Διευθυντής Α’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής “Ιπποκράτειο” Γ.Ν.Α. στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου με αφορμή το 34ο Συνέδριο Κλινικής Καρδιολογίας που διοργανώνεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Καρδιολογίας, σε συνεργασία με την  Α′ Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 3 & 4 Μαΐου 2019 στην Αθήνα.

H μελέτη διεξήχθη από τον Οκτώβριο 2015 έως το Φεβρουάριο 2017 στην ευρύτερη περιοχή του νομού Κορινθίας, όπου συμμετείχαν 2.043 κάτοικοι ηλικίας από 40 ετών και άνω, και από τους οποίους οι ερευνητές συνέλεξαν ένα πλήθος από δημογραφικά, κλινικά, απεικονιστικά κ.ά. δεδομένα. Από τις αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν υπολογίστηκε η θερμιδική συνεισφορά του πρωινού γεύματος ως ποσοστό της συνολικής ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης, βάση της οποίας έγινε ο διαχωρισμός του πληθυσμού σε 3 ομάδες, αυτών του πρωινού γεύματος υψηλής-χαμηλής και ελάχιστης ή/και καθόλου θερμιδικής αξίας (>20%, 5-20% και<5%ημερήσιας θερμιδικής συνεισφοράς αντίστοιχα), ενώ μετρήθηκαν η καρωτιδο-μηριαία ταχύτητα σφυγμικού κύματος και το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα ως δείκτες αρτηριακής σκληρίας και αθηρωμάτωσης αντίστοιχα.