Τελικά οι αυξημένες δόσεις συμπληρωμάτων βιταμίνης D δεν μειώνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου στις γυναίκες, σύμφωνα με νεότερα κλινικά δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό έντυπο Journal of the American Medical Association.

Πολλές μελέτες είχαν δείξει στο παρελθόν ότι η βιταμίνη D ίσως αποτρέπει τον καρκίνο. Μάλιστα, κάποιες είχαν δείξει ότι τα άτομα με υψηλά επίπεδα της εν λόγω βιταμίνης στο οργανισμό τους έχουν χαμηλότερα ποσοστά συχνότητα συγκεκριμένων καρκίνων, όπως του παχέος εντέρου και του μαστού. Εργαστηριακά πειράματα επίσης είχαν δείξει ότι είναι ικανή να επιβραδύνει την ανάπτυξη του καρκίνου, προάγοντας την απόπτωση των μη φυσιολογικών κυττάρων.

«Τίποτα απ’ αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύει ότι η λήψη βιταμίνης D πράγματι προκαλεί μείωση του κινδύνου εκδήλωσης καρκίνου», εξηγεί η Δρ Τζο Ανν Μανσον, από το Νοσοκομείο Brigham and Women's και την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ στη Βοστόνη.

Στο πλαίσιο της μελέτης της η Δρ Μανσον μελέτησε στοιχεία που αφορούσαν 2.300 γυναίκες, 65 ετών και άνω που με τυχαία επιλογή είχαν πάρει, είτε 2.000 IU βιταμίνης D μαζί με ασβέστιο, καθημερινά, είτε εικονικά συμπληρώματα διατροφής.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών της μελέτης, 45 (4%) γυναίκες της ομάδας παρέμβασης διαγνώστηκαν με καρκίνο. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν λίγο κάτω από το 6% (65 γυναίκες), διαφορά που δεν κρίνεται στατιστικά σημαντική.

«Δεν είναι η πρώτη φορά που καταλήγουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Όλες οι μελέτες μέχρι τώρα ήταν απογοητευτικές. Αν και δεν έχουν καταληκτικό αποτέλεσμα, δεν μπορούμε να πούμε ότι η βιταμίνη D μειώνει τη συχνότητα του καρκίνου», εξηγεί η Δρ Μανσον.

Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μελέτες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα αφορούν μικρά δείγματα ή χαμηλές δοσολογίες της βιταμίνης. Σε εξέλιξη είναι δύο μεγάλης κλίμακας έρευνες με δείγμα 20.000 ατόμων η καθεμιά, και μόνο μετά την ολοκλήρωσή τους, σε ένα με δύο χρόνια. θα υπάρχουν σαφή συμπεράσματα.

Μαίρη Μπιμπή

Πηγή: Health.in.gr

Μια μοναδική σιγμοειδοσκόπηση μεταξύ 55 και 64 ετών, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, ακόμη και μετά από 17 χρόνια

Αυτό δείχνει η πρόσφατη αξιολόγηση μιας τυχαιοποιημένης συγκριτικής μελέτης από το Ηνωμένο Βασίλειο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lancet (2017 Doi: /10.1016/S0140-6736(17)30396-3).

Σε αντίθεση με τη Γερμανία και τις ΗΠΑ, στην Μεγάλη Βρετανία η πρόληψη του καρκίνου του εντέρου βασίζεται σε μια ευέλικτη σιγμοειδοσκόπηση με παράλληλη ετήσια εξέταση για αίμα στα κόπρανα. Η βρετανική Εθνική Επιτροπή Ελέγχου συνιστά ενδοσκόπηση από το 2011 σαν μοναδική εξέταση στην ηλικία των 55 ετών.

Αυτό προέκυψε λόγω των αποτελεσμάτων της δοκιμαστικής ευέλικτης σιγμοειδοσκόπησης στην οποία συμμετείχαν το διάστημα μεταξύ 1994 και 1999 συνολικά 170.432 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 55 - 64 ετών. Τα αποτελέσματα της μελέτης είχαν δημοσιευθεί στο Lancet (2010? 375: 1624-1633)  Μετά από μια μέση περίοδο παρακολούθησης 11,2 χρόνων, είχαν νοσήσει από καρκίνο του παχέος εντέρου στην ομάδα εξέτασης με σιγμοειδοσκόπηση 706 από τα συνολικά 40 674 άτομα. Στην  συγκριτική ομάδα, εμφανίστηκαν 1.818 περιπτώσεις καρκίνου του εντέρου στα 112.939 άτομα.

Εν τω μεταξύ, έχουν περάσει από την δοκιμαστική σιγμοειδοσκόπηση κατά μέσο όρο 17,1 χρόνια. Μια δεύτερη εξέταση, η οποία συνιστάται στη Γερμανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από δέκα χρόνια, δεν προβλέπεται στον προσυμπτωματικό έλεγχο καρκίνου του παχέος εντέρου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εν των μεταξύ, ο αριθμός των συμμετεχόντων, οι οποίοι πάσχουν ήδη από καρκίνο, ανέρχονται στην ομάδα εξέτασης με σιγμοειδοσκόπηση στα 1.230 ενώ στην ομάδα ελέγχου έχουν αυξηθεί στα 3.253 άτομα. Μερικές περιπτώσεις καρκίνου από αυτούς θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν αποφευχθεί με μια δεύτερη εξέταση. Πόσοι όμως δεν είναι σαφές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός μόνο στα πρώτα δέκα χρόνια. Αντίθετα: Ο έλεγχος κατά τον οποίο αφαιρούνται αδενώματα, μειώνει επίσης κατά την επόμενη περίοδο, τον αριθμό των καρκίνων του παχέος εντέρου. Καθ 'όλη τη διάρκεια του 17χρονου ελέγχου διαπιστώθηκε μείωση των ποσοστών του καρκίνου του εντέρου στο 35%.

 

Πηγή: Iatronet.gr

Οι βιταμίνες Β (Β6, Β8 και Β12) σε υψηλές δοσολογίες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας, περισσότερο από ό,τι μόνες τους οι θεραπείες με ψυχοφάρμακα, σύμφωνα με μια νέα βρετανο-αυστραλιανή επιστημονική μελέτη.

Από σχιζοφρένεια πάσχει περίπου το 1% του πληθυσμού. Οι υπάρχουσες θεραπείες βασίζονται στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Μετά από μερικούς μήνες φαρμακοθεραπείας, οι ασθενείς εμφανίζουν ύφεση των συμπτωμάτων τους όπως των ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων, αλλά το 80% υποτροπιάζουν μέσα σε μια πενταετία. Γι' αυτό, οι γιατροί αναζητούν εναλλακτικές λύσεις και συμπληρωματικές θεραπείες.

Οι ερευνητές του τμήματος Ψυχολογίας και Ψυχικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, με επικεφαλής τον Τζόζεφ Φερθ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Psychological Medicine» («Ψυχολογική Ιατρική»), μελέτησαν όλες τις τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σχετικά με τις επιπτώσεις των βιταμινών πάνω στα ψυχιατρικά συμπτώματα των ασθενών με σχιζοφρένεια.

Η πρώτη αυτή μετα-ανάλυση, η οποία έχει γίνει ποτέ πάνω στο θέμα αυτό, συμπεριέλαβε 18 κλινικές μελέτες που αφορούσαν συνολικά 832 ασθενείς, οι οποίοι έκαναν θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα.

Διαπιστώθηκε ότι σε υψηλές -αλλά όχι σε χαμηλές- δόσεις οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β είναι πολύ αποτελεσματικές στη μείωση των συμπτωμάτων αρκετών ασθενών (αν και όχι όλων). Επίσης, όσο πιο έγκαιρα αρχίζει η λήψη των βιταμινών μετά τη διάγνωση της ασθένειας, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελος για τον ασθενή. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι και ορισμένα αμινοξέα δρούν θετικά στην περίπτωση της σχιζοφρένειας.

Πηγή: iatropedia

Τα άτομα που παίρνουν αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs), φάρμακα δηλαδή για την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και την καούρα, ενδεχομένως να κινδυνεύουν περισσότερο από εντερικές λοιμώξεις, σύμφωνα με σκοτσέζικη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο  British Journal of Clinical Pharmacology.

Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου «Dundee», με επικεφαλής τον Δρ Τομας Μακ Ντοναλντ, μελέτησε στοιχεία για περίπου 188.000 άτομα που έπαιρναν αναστολείς αντλίας πρωτονίων και 377.000 που δεν έκαναν χρήση τέτοιων φαρμάκων. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για δείγματα που είχαν συλλεχθεί την περίοδο 1999- 2013. Συνολικά, εντοπίστηκαν 22.705 θετικά αποτελέσματα σε βακτηριακές λοιμώξεις, περιλαμβανομένων 15.273 από το Clostridium difficile και 6.590 από Καμπυλοβακτήριο.

Οι ερευνητές αναζήτησαν επίσης στοιχεία για συσχετισμό των PPIs με λοιμώξεις από Σαλμονέλα, Shigella και Escherichia coli, αλλά δεν βρήκαν. Τελικά από την αξιολόγηση των στοιχείων προέκυψε ότι, αυτοί που έπαιρναν αναστολείς αντλίας πρωτονίων είχαν υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής μορφής διάρροιας που προκαλείται από το βακτήριο Clostridium difficile. Η πιθανότητα ήταν σχεδόν 1,4 φορές μεγαλύτερη αν νοσηλεύονταν και σχεδόν διπλάσια αν δεν ήταν στο νοσοκομείο.

Επιπλέον, οι χρήστες των PPIs είχαν 4,5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο λοίμωξης από το Καμπυλοβακτήριο που αποτελεί συχνή αιτία δηλητηρίασης σε περίπτωση που βρίσκονταν στο νοσοκομείο και 3,7 φορές υψηλότερο κίνδυνο αν βρίσκονταν εκτός νοσοκομείου.«Τα συγκεκριμένα φάρμακα λειτουργούν αναχαιτίζοντας την υπερπαραγωγή του γαστρικού οξέος από κύτταρα που αποικίζουν τα τοιχώματα του στομάχου και μπορεί να προκαλέσει έλκη και συμπτώματα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, όπως η καούρα. Η μείωση των στομαχικών οξέων, τα οποία λειτουργούν ως φραγμός στις λοιμώξεις, αυξάνει την πιθανότητα γαστρεντερικής λοίμωξης», εξηγεί ο Δρ Μακ Ντοναλντ.

Πηγή: Health.in.gr

 

Η διατροφή λίγων θερμίδων μπορεί να συμβάλλει στην υγεία και τη μακροζωία, σύμφωνα με τα ευρήματα νεώτερης μελέτης. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει παλαιότερη έρευνα, σύμφωνα με την οποία μια διατροφή με λίγες θερμίδες συμβάλλει σημαντικά στη μακροζωία και τη μείωση των καρκίνων, της καρδιακής νόσου και της αντίστασης στην ινσουλίνη, σε πειραματόζωα.Στη νέα έρευνα οι επιστήμονες κατέληξαν στη διαπίστωση ότι μια διατροφή με περιορισμένες θερμίδες βοηθά τα πειραματόζωα να ζήσουν περισσότερο και με καλύτερη υγεία.

Παράγοντες που παίζουν ρόλο στην κατανόηση της συμβολής της συγκεκριμένης διατροφής στην υγεία, είναι η ηλικία, η διατροφή και το φύλο. Όπως έδειξε η μελέτη, τα οφέλη ήταν περισσότερα για τις ηλικιωμένες μαϊμούδες.

Επίσης, το περιεχόμενο τις διατροφής έπαιζε καίριο ρόλο, καθώς στη μία μελέτη (Εθνικό Ινστιτούτο Γήρανσης) τα πειραματόζωα έκαναν «φυσική διατροφή», ενώ στην άλλη έτρωγαν επεξεργασμένα τρόφιμα με υψηλότερο γλυκαιμικό φορτίο. Επίσης, οι μαϊμούδες της μίας έρευνας ήταν βαρύτερες από τις άλλες.

Τέλος, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι θηλυκές μαϊμούδες ήταν λιγότερο ευάλωτες στις αρνητικές επιδράσεις του περιττού λίπους, συγκριτικά με τις αρσενικές.«Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι τα παραπάνω ισχύουν και στους ανθρώπους, αν και δεν είναι σπάνιο τα πειραματικά αποτελέσματα να μην επαληθεύονται στις κλινικές μελέτες», καταλήγουν οι ερευνητές.Τα στοιχεία δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό έντυπο Nature Communications.

Πηγή: Onmed.gr

Είναι σύνηθες φαινόμενο η αλλαγή του χρόνου να συνοδεύεται από προσωπικές υποσχέσεις για παράλληλες αλλαγές και σε πολλούς τομείς της ζωής μας. Μία από τις πιο… δημοφιλείς τέτοιες υποσχέσεις που δίνουμε (πρώτα) στον εαυτό μας και (μετά) στους άλλους είναι και το ότι θα κόψουμε το κάπνισμα. Αλλά ποια είναι η καλύτερη μέθοδος γι’ αυτό; Σύμφωνα με έρευνα Βρετανών επιστημόνων, η καλύτερη στρατηγική για να κόψει κανείς το τσιγάρο είναι να μην το κάνει σιγά-σιγά, αλλά "μιά κι έξω". Η μελέτη δείχνει ότι όσοι προσπαθούν να κόψουν το κάπνισμα σταδιακά, μειώνοντας λίγο-λίγο τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζουν, έχουν λιγότερες πιθανότητες να το κόψουν τελικά, σε σχέση με όσους το "κόβουν μαχαίρι".

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τη δρα Νικολά Λίντσον-Χόουλι, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Annals of Internal Medicine", πραγματοποίησαν μια συγκριτική δοκιμή με περίπου 700 καπνιστές που ήθελαν να το κόψουν. Οι εθελοντές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: τα μέλη της πρώτης έκοψαν το κάπνισμα απότομα σε μια προκαθορισμένη ημερομηνία, ενώ της δεύτερης μείωναν σταδιακά τον αριθμό των τσιγάρων τους επί δύο εβδομάδες, έως την ίδια προκαθορισμένη ημερομηνία διακοπής του καπνίσματος. Και οι δύο ομάδες είχαν υποστήριξη με συμβουλές, τσιρότα και τσίχλες νικοτίνης. Μετά την παρέλευση της ημερομηνίας διακοπής του καπνίσματος, οι εθελοντές παρακολουθήθηκαν επί μήνες, κατά πόσο όντως είχαν πάψει να καπνίζουν ή είχαν υποτροπιάσει. Ένα μήνα μετά, το 49% (οι μισοί) από όσους το είχαν κόψει απότομα, παρέμεναν...άκαπνοι, έναντι ποσοστού 39% μεταξύ όσων το είχαν κόψει βαθμιαία.

Συνεπώς, όσοι το κόβουν απότομα, έχουν 25% μεγαλύτερη πιθανότητα να το κόψουν, από όσους το προσπαθούσαν πιο σταδιακά. Οι περισσότεροι ειδικοί συνιστούσαν ανέκαθεν το απότομο κόψιμο του τσιγάρου, αλλά οι περισσότεροι καπνιστές τείνουν να υιοθετούν την πιο ήπια λύση - μόνο που είναι λιγότερο αποτελεσματική, όπως δείχνει και η νέα έρευνα. Η δρ Νικολά Λίντσον-Χόουλι επεσήμανε ότι πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν καν να διανοηθούν ότι το κόβουν μιά κι έξω ή ότι το κόβουν τελείως και δεν καπνίζουν έστω λίγα τσιγάρα μέσα στη μέρα. Γι' αυτούς, όπως είπε, είναι προτιμότερο, από το να μην κάνουν τίποτε, να το περιορίσουν έστω σε ένα βαθμό. Αν όμως κανείς το έχει πάρει απόφαση να το κόψει τελείως, τότε θα είναι καλύτερα να πάρει τη γενναία απόφαση να το κόψει απότομα και όχι βαθμιαία.

Πηγή: iatropedia

Η πειραματική δραστική ουσία Cimaglermin συμβάλλει στην αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρώτης κλινικής δοκιμής που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό έντυπο JACC: Basic to Translational Science.

Η καρδιακή ανεπάρκεια, βασική αιτία θανάτου παγκοσμίως, χαρακτηρίζεται από βαθμιαία απώλεια της καρδιακής λειτουργίας. Σημαντική μερίδα των ασθενών, ειδικά εκείνων με σοβαρή δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας, δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις υπάρχουσες θεραπείες. Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Βαντερμπιλτ, με επικεφαλής τον Δρ Ντάνιελ Λενιχαν, εξέτασε την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της δραστικής ουσίας Cimaglermin, η οποί δρα σαν αυξητικός παράγοντας βοηθώντας δομικά, μεταβολικά και συσταλτικά στοιχεία της καρδιάς να αυτό-αποκατασταθούν.

Στη μελέτη έλαβαν μέρος 40 άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια που είχαν υποβληθεί στη βέλτιστη ιατρική θεραπεία για τουλάχιστον τρεις μήνες πριν τη μελέτη. Συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, εκείνοι που πήραν μια δόση Cimaglermin είχαν σημαντική αύξηση στο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας, δηλαδή ικανότητα άντλησης αίματος, για 90 ημέρες μετά την χορήγηση του φαρμάκου, με την μέγιστη αύξηση να επιτυγχάνεται την 28η ημέρα. Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ναυτία και πονοκέφαλος, ενώ ένας ασθενής που έλαβε υψηλότερη από την προσχεδιασμένη δόση αναγκάστηκε να διακόψει την αγωγή λόγω επικείμενης ηπατικής βλάβης βάσει των κριτηρίων του Αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων.

«Αν και τα αποτελέσματα είναι προκαταρκτικά λόγω του μικρού δείγματος, δεν παύουν να είναι σημαντικά. Αντί να εμποδίσουμε τους βασικούς μηχανισμούς που συντελούν στην καρδιακή ανεπάρκεια, με την Cimaglermin είναι εφικτό να βοηθήσουν την καρδιά να αυτό-αποκατασταθεί με τους δικούς της μηχανισμούς/ Αν μελλοντικές μελέτες επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης της καρδιακής ανεπάρκειας» σχολιάζει ο Ντάγκλας Μανν διευθυντής σύνταξης του JACC: Basic to Translational Science.

Πηγή: Health.in.gr

Εγκεφαλικές διαφορές και μάλιστα ευρέως φάσματος έχουν τα άτομα με δυσλεξία, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Neuron. Σύμφωνα με τη Διεθνή Εταιρεία Δυσλεξίας, περίπου το 15 -20% του πληθυσμού έχει συμπτώματα δυσλεξίας, περιλαμβανομένου αργού ρυθμού ανάγνωσης, κακό συλλαβισμό και ικανότητα γραφής, όπως και προβλήματα διάκρισης λέξεων που είναι όμοιες.Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Βοστόνης, με επικεφαλής τον επίκουρο καθηγητή Επιστημών Ομιλίας, Ακοής και Γλωσσών Τάιλερ Περρατσιονε, με εξειδικευμένες τεχνικές εγκεφαλικής απεικόνισης διαπίστωσαν ότι ενήλικες και παιδιά με δυσλεξία έχουν μικρότερη ικανότητα προσαρμογής σε αισθητηριακές πληροφορίες, συγκριτικά με τα άτομα χωρίς τη συγκεκριμένη διαταραχή λόγου.

Συγκεκριμένα, σ’ ένα πείραμα, οι συμμετέχοντες άκουσαν μια σειρά από λέξεις, που διάβαζαν είτε ένας είτε πολλοί άνθρωποι. Τα άτομα χωρίς δυσλεξία προσαρμόστηκαν στον έναν ομιλητή και όχι στους πολλούς. Αντίθετα, τα άτομα με δυσλεξία παρουσίασαν λιγότερη προσαρμογή της εγκεφαλικής τους δραστηριότητας ακόμα και στον έναν ομιλητή. Το ίδιο συνέβη και όταν οι εθελοντές κλήθηκαν να κοιτάξουν κάποιες λέξεις. Μάλιστα, οι διαφορές αυτές δεν παρατηρήθηκαν μόνο στην ανταπόκριση του εγκεφάλου στις γραπτές λέξεις, κάτι αναμενόμενο, αλλά και σε εικόνες προσώπων και αντικειμένων, δηλαδή σε οπτικά ερεθίσματα.«Αυτό δείχνει ότι τα ‘ελλείμματα’ είναι πιο γενικά, σε όλο τον εγκέφαλο.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η δυσλεξία έχει να κάνει με διαφορές στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο αν αυτές ήταν αιτία ή συνέπεια της διαταραχής» εξηγεί ο Δρ Περρατσιονε. Γι’ αυτό ο ερευνητής και οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι ανακάλυψαν την αιτία της δυσλεξίας, εν μέρει διότι η μειωμένη προσαρμογή εντοπίστηκε σε μικρά παιδιά και όχι μόνον σε ενήλικες.«Η προσαρμογή είναι το πώς ο εγκέφαλος βελτιώνει την αποτελεσματικότητα του. Όταν μιλάμε με κάποιον για πρώτη φορά ο εγκέφαλος χρειάζεται λίγο χρόνο για να συνηθίσει τη φωνή του ομιλητή, τον ρυθμό που μιλάει και την εκφορά του λόγου του. Αλλά μετά προσαρμόζεται και σταματά να εργάζεται τόσο σκληρά ώστε να επεξεργαστεί τα λεγόμενα του άλλου.

Στα άτομα με δυσλεξία, η προσαρμογή δεν γίνεται όπως πρέπει. Ο εγκέφαλος δουλεύει σκληρότερα για να επεξεργαστεί τα αισθητηριακά στοιχεία» εξηγεί ο ειδικός.Και προσθέτει ότι, η μειωμένη εγκεφαλική προσαρμογή μπορεί εμφανίζεται μόνο όταν πρόκειται για το διάβασμα, επειδή πρόκειται για πιο απαιτητική και περίπλοκη διαδικασία. «Ο εγκέφαλος δεν έχει ειδική περιοχή για την ανάγνωση. Είναι ένα ‘εργαλείο’ που εφεύραμε και ο τρόπος χρήσης του απαιτεί μια περίπλοκη ενορχήστρωση διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Και επειδή είναι αναμενόμενο να διαβάζουμε, δεν συνειδητοποιούμε τι μεγάλο επίτευγμα είναι τελικά» καταλήγει.

Πηγή: health in.gr

Η μελέτη, που θεωρείται επαναστατική και τα ευρήματά της δημοσιεύθηκαν στο Cell, έδειξε ότι κατάφεραν στο εργαστήριο να αυξήσουν το προσδόκιμο ζωής πειραματόζωων κατά 30%! Μάλιστα η ερευνητική ομάδα από το Ινστιτούτο Salk των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον καθηγητή Juan Carlos Izpisua Belmonte, κατάφερε όχι μόνο να κάνει τα ποντίκια να ζήσουν περισσότερο και υγιή, αλλά και να έχει ανάλογα καλά αποτελέσματα και σε ανθρώπινα κύτταρα στο εργαστήριο. Ανάλογες απόπειρες στο παρελθόν δεν είχαν την ίδια έκβαση, καθώς τα πειραματόζωα ανέπτυξαν καρκίνο και πέθαναν.

Αυτό που έκαναν αυτή τη φορά οι επιστήμονες ήταν να επαναπρογραμματίσουν τα κύτταρα, χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη τεχνική, με την οποία "έφεραν τούμπα" τη διαδικασία της γήρανσης."Η έρευνά μας έδειξε ότι η γήρανση δεν γίνεται μόνο μέσω μιας κατεύθυνσης. Έχει πλαστικότητα και με σωστή διαμόρφωση μπορεί να αναστραφεί" δήλωσε ενθουσιασμένος ο επικεφαλής ερευνητής. Η τεχνική μετατρέπει τα κύτταρα σε βλαστοκύτταρα, τα οποία, στη συνέχεια, μπορούν να "μεταμορφωθούν" σε οποιοδήποτε κύτταρο. Από την ίδια ομάδα, ο Αlejandro Ocampo είπε: "Παρατηρήσαμε ότι, όταν επαναπρογραμματίσαμε τα κύτταρα, αυτά έδειξαν νεότερα. Η επόμενη ερώτηση ήταν αν μπορούμε να ακολουθήσουμε την ίδια διαδικασία αναζωογόνησης και σε ζωντανά ζώα".

Ωστόσο η δημιουργία βλαστοκυττάρων - τα οποία χωρίζονται γρήγορα και είναι σημαντικά για την ανάπτυξη των εμβρύων - αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκινικών όγκων στους ενήλικες. Και ο καρκίνος με τη σειρά του επιφέρει τον θάνατο, διότι προκαλεί τον χωρίς έλεγχο διαχωρισμό των κυττάρων, μέχρι που καταστρέφονται τα ζωτικά όργανα. Ένα άλλο πρόβλημα με τον επαναπρογραμματισμό των κυττάρων είναι ότι η δημιουργία πολλών βλαστοκυττάρων "τρελαίνει" τον οργανισμό, προκαλώντας τον θάνατο.

Για να αντιμετωπίσουν αυτά τα εμπόδια οι επιστήμονες άλλαξαν τον τρόπο έκφρασης τεσσάρων κυττάρων."Σε άλλες μελέτες οι επιστήμονες επαναπρογραμμάτισαν πλήρως τα κύτταρα, αλλά εμείς δείξαμε, για πρώτη φορά, ότι η έκφραση αυτών των κυττάρων για μικρό χρονικό διάστημα διατηρεί την ταυτότητα των κυττάρων, που επαναπρογραμματίζονται και ξανανιώνουν" είπε με τη σειρά του ο έτερος βασικός συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Pradeep Reddy. Οι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι η περίπτωση των ανθρώπων και το πώς θα διαχειριστούν τη δοαδικασία μακροζωίας και αντιγήρανσης διαφέρει από εκείνη στα ποντίκια, αλλά ευελπιστούν να πάνε όλα καλά και να είναι σε θέση, τα επόμενα χρόνια, να κάνουν σημαντικές θεραπευτικές παρεμβάσεις, χάρη στην εξέλιξη της εν λόγω καινοτόμας τεχνικής.

 

Πηγή: Healthmag

Διεθνής ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητής άσκησης, υγείας και φυσικής δραστηριότητας στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ, Εμμανουήλ Σταματάκη, διαπίστωσε ότι η καλύτερη γυμναστική για τους 50άρηδες είναι τα αθλήματα με ρακέτες, το κολύμπι και η αεροβική. Τα ενδιαφέροντα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό British Journal of Sports Medicine. Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία για περίπου 80.300 ανθρώπους με μέση ηλικία 52 ετών, συσχετίζοντας το είδος σωματικής άσκησης (σπορ, γυμναστήριο, χορός, κηπουρική, δουλειές σπιτιού κ.ά) με τη θνησιμότητα. Μάλιστα παρακολούθησαν τους εθελοντές για διάστημα εννέα χρόνων - στη διάρκεια των οποίων πέθαναν 8.790 άτομα από διάφορες αιτίες (οι 1.909 από έμφραγμα ή εγκεφαλικό).

Η ανάλυση έδειξε ότι ο κίνδυνος θανάτου από οποιασδήποτε αιτία ήταν 47% μικρότερος για όσους έπαιζαν τακτικά τένις (ή άλλα σπορ με ρακέτα, όπως σκουός ή μπάντμιντον), 28% μικρότερος για όσους έκαναν κολύμπι, 27% για όσους έκαναν αεροβική άσκηση και 15% για όσους έκαναν ποδήλατο. Αντίθετα το τρέξιμο/τζόκινγκ και το ποδόσφαιρο είναι πολύ λιγότερο ωφέλιμα. Ειδικότερα για τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακή πάθηση, το τένις μειώνει τον κίνδυνο κατά 56%, το κολύμπι κατά 41% και η αεροβική άσκηση κατά 36%.

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο πολύ και πόσο συχνά ασκείται κανείς, αλλά επίσης με το είδος της άσκησης που κάνει» δήλωσε στο ΑΠΕ ο Δρ. Σταματάκης, ο οποίος διδάσκει στην Ιατρική Σχολή και στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ. «Η επίδραση των αθλημάτων στην υγεία συνήθως αξιολογείται ανάλογα με τη δόση - το πόσο πολύ - και την ένταση, το πόσο έντονα αθλείται κανείς, όμως ξέρουμε λίγα πράγματα για την επιρροή του είδους του κάθε σπορ. Η μελέτη μας είναι η πρώτη που συγκρίνει με ποιο τρόπο τα διαφορετικά είδη αθλημάτων συσχετίζονται με τον κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία και ειδικότερα από καρδιαγγειακή αιτία».

«Διαφορετικά σπορ επηρεάζουν την υγεία με διαφορετικούς τρόπους. Ιδίως τα σπορ με ρακέτα, αλλά επίσης η αεροβική και το κολύμπι, παρέχουν την μεγαλύτερη προστασία έναντι του πρόωρου θανάτου και του καρδιαγγειακού θανάτου. Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε γιατί αυτά τα τρία είδη άσκησης ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα, αλλά υποθέτουμε πως παίζει ρόλο ότι και οι τρεις αυτές δραστηριότητες εμπλέκουν όλο το σώμα.Από την άλλη, τα σπορ με ρακέτα, όπως το τένις και το σκουός, περιλαμβάνουν σύντομα ξεσπάσματα άσκησης πολύ μεγάλης έντασης, που ακολουθούνται από χαμηλή ένταση, πράγμα που μιμείται την εξάσκηση με περιοδικά διαστήματα υψηλής έντασης, η οποία γνωρίζουμε ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης» όπως ανέφερε.

 

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ