Η τακτική κατανάλωση σακχαρωδών αναψυκτικών όχι μόνο συντελούν σε αύξηση του σωματικού βάρους αλλά προάγουν την εκδήλωση διαβήτη τύπου 2 και μεταβολικού συνδρόμου, ένας συνδυασμός παθήσεων που αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε νέα ανασκόπηση στοιχείων που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Journal of the Endocrine Society.

Με τον όρο μεταβολικό σύνδρομο οι επιστήμονες περιγράφουν την συνύπαρξη τριών ή περισσότερων εκ των ακολούθων παραγόντων κινδύνου: κοιλιακή παχυσαρκία, υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, μειώμενη HDL (καλή) χοληστερόλη, αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και υψηλότερα του φυσιολογικού επίπεδα γλυκόζης νηστείας (αλλά όχι επαρκώς υψηλά για την διάγνωση διαβήτη).

«Κάποιες μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση μόλις δύο μερίδων αναψυκτικών με ζάχαρη την εβδομάδα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου, διαβήτη, καρδιακής νόσου και εγκεφαλικού επεισοδίου», εξηγεί ο συγγραφέας της ανασκοπησης Φααντιελ Εσσοπ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stellenbosch της Νότιας Αφρικής.
Και προσθέτει ότι «άλλες έχουν διαπιστώσει ότι η κατανάλωση ενός μόνο αναψυκτικού με ζάχαρη την ημέρα σχετίζεται με αυξημένη αρτηριακή πίεση, ενώ ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι άλλες μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα σακχαρώδη ροφήματα αυξάνουν την αρτηριακή πίεση στους εφήβους».

Στο πλαίσιο της ανασκόπησης οι ερευνητές αξιολόγησαν στοιχεία από 36 μελέτες που είχαν εστιάσει στην επίδραση των σακχαρωδών αναψυκτικών στην καρδιακή και μεταβολική υγεία και οι οποίες είχαν γίνει την προηγούμενη δεκαετία.

Αν και τα αποτελέσματα των μελετών διέφεραν αρκετά μεταξύ του, οι περισσότερες αναδείκνυαν τη σχέση μεταξύ ποτών με ζάχαρη και εκδήλωσης μεταβολικού συνδρόμου.

Δεν είναι ξεκάθαρο πως τα σακχαρώδη αναψυκτικά αυξάνουν την πιθανότητα μεταβολικού συνδρόμου αλλά ο Δρ Εσσοπ εικάζει ότι η αυξημένη κατανάλωσή τους σχετίζεται σαφώς με αυξημένη περίμετρο της μέσης, παράγοντας μεταβολικού συνδρόμου, και αύξηση του σωματικού βάρους. Επίσης, τα αναψυκτικά έχουν σχετιστεί με μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (άλλος ένας παράγοντας κινδύνου διαβήτη), φλεγμονή, μη φυσιολογικά επίπεδα χοληστερόλης και υπέρταση.

«Όσοι πίνουν αναψυκτικά με ζάχαρη δεν αισθάνονται κορεσμό όπως τα άτομα που τρώνε στέρεες τροφές, αν και μπορεί ουσιαστικά να έχουν πάρει τις ίδιες θερμίδες και αυτή η έλλειψη πληρότητας ενδεχομένως να τους ωθεί να φάνε ή να πιουν περισσότερο», εξηγεί ο ερευνητής.

Πηγή: health.in.gr

Ένοχη για τη συσσώρευση κοιλιακού λίπους σε βάθος χρόνου είναι η καθημερινή κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη, όπως επιβεβαιώνει μελέτη που πραγματοποίησαν Αμερικανοί ερευνητές και τα συμπεράσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό έντυπο «Circulation».

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Δρ. Κάρολιν Φοξ, μελέτησαν στοιχεία για 1.000 ενήλικες που είχαν λάβει μέρος στη μελέτη Framingham Heart Study, στη Μασαχουσέτη, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τη συχνότητα κατανάλωσης αναψυκτικών με ζάχαρη και αναψυκτικών διαίτης. Στην αρχή της μελέτης οι εθελοντές είχαν υποβληθεί σε απεικονιστική τομογραφία για την μέτρηση του όγκου και της ποσότητας του κοιλιακού λίπους. Έξι χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε η εξέταση.

Ως γνωστόν, τόσο τα αναψυκτικά με ζάχαρη όσο και τα κοκτέιλ φρουτοποτών έχουν επιπρόσθετη σακχαρόζη ή σιρόπι καλαμποκιού, με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι έπιναν και κανονικά και light αναψυκτικά. Το ένα τρίτο δήλωσε ότι δεν έπινε ποτέ αναψυκτικά με ζάχαρη, το 20% έπινε περιστασιακά, το 35% συχνά και το 13% καθημερινά.

Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, ο όγκος του σπλαχνικού λίπους αυξήθηκε κατά 658 κυβικά εκατοστά στους μη καταναλωτές αναψυκτικών, ελαφρώς περισσότερο στους περιστασιακούς και συχνούς πότες και κατά 852 κυβικά εκατοστά σε όσους έπιναν καθημερινά αναψυκτικά με ζάχαρη. Στους τελευταίους, η αύξηση αυτή αναλογούσε σε 800 γραμμάρια κοιλιακού λίπους. Αντιθέτως, τα αναψυκτικά διαίτης δεν σχετίστηκαν με την αύξηση του σπλαχνικού λίπους.

Το σπλαχνικό λίπος στην περιοχή της μέσης αναπτύσσεται κυρίως γύρω από τα εσωτερικά όργανα της κοιλίας, όπως το ήπαρ και το πάγκρεας, και επηρεάζει την λειτουργία ορμονών όπως η ινσουλίνη. Η δυσλειτουργία της ινσουλίνης και η αντίσταση σ’ αυτήν σχετίζεται άμεσα με τον διαβήτη τύπου ΙΙ και τον κίνδυνο εκδήλωσης καρδιακής νόσου.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, η Δρ Φοξ παραδέχεται ότι «η διαφορά στην αύξηση του σπλαχνικού λίπους είναι μεν μικρή, αλλά αρκετή για να κάνει την διαφορά ως προς τον μεταβολικό κίνδυνο».
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις συστάσεις της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, τα επιπρόσθετα σάκχαρα πρέπει να περιορίζονται σε 100 θερμίδες ανά ημέρα, για τις γυναίκες και σε 150 θερμίδες την ημέρα για τους άνδρες. Ωστόσο, ένα αναψυκτικό των 330 ml εμπεριέχει πολλές περισσότερες θερμίδες...

Πηγή: onmed.gr

Η Αμερικανική Ιατρική Ένωση (American Medical Association) συστήνει για φέτος στους γιατρούς να ρωτούν τους ασθενείς τους αν διατηρούν μια σειρά από «κακές» συνήθειες αλλά και αν κάνουν σωστή πρόληψη συχνών ασθενειών, ώστε να περιοριστούν συγκεκριμένες νόσοι που μαστίζουν τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο.

Σύμφωνα με την AMA (American Medical Association) οι γιατροί θα πρέπει να συζητούν με τους ασθενείς τους και να τους θέτουν τις ακόλουθες 7 προτάσεις ανάλογα με την περίπτωση που έχουν απέναντί τους:

• Περιορισμός της κατανάλωσης ποτών με προσθήκη ζάχαρης.

• Προσυμπτωματικό έλεγχο για τον κίνδυνο σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.

• Συμμετοχή σε περισσότερη σωματική δραστηριότητα (ενήλικες ηλικίας μεταξύ 18 και 65 ετών θα πρέπει να συμμετέχουν σε τουλάχιστον 30 λεπτά μέτριας έντασης αερόβια σωματική δραστηριότητα 5 ημέρες την εβδομάδα ή σε 20 λεπτά έντονης έντασης αεροβική φυσική δραστηριότητα 3 ημέρες την εβδομάδα).

• Μείωση της κατανάλωσης τυποποιημένων τροφών με προσθήκη νατρίου.

• Κατανάλωση αλκοόλ με μέτρο, όπως ορίζεται από τις κατευθυντήριες γραμμές του U.S. Dietary.•

• Διακοπή χρήσης καπνού.

• Μειώνοντας το παθητικό κάπνισμα μέσα στα σπίτια και τα αυτοκίνητα.

Πηγή: iatropedia

Μόλις ένα κουτάκι αναψυκτικού με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη σε καθημερινή βάση μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του προ-διαβήτη, μιας παθολογικής κατάστασης που αναγνωρίζεται ως «προάγγελος» του διαβήτη τύπου 2. Προ-διαβήτης ονομάζεται η κατάσταση στην οποία τα επίπεδα του σακχάρου είναι μεν υψηλότερα από το φυσιολογικό, αλλά όχι σε βαθμό που να εξασφαλίσουν διάγνωση για διαβήτη τύπου 2. Εάν δεν αντιμετωπιστεί, ο προ-διαβήτης είναι πιθανό να οδηγήσει στον διαβήτη τύπου 2 σε διάστημα 10 ετών ή και λιγότερο. Να σημειωθεί ότι ο αρρύθμιστος προ-διαβήτης συνεπάγεται την έναρξη των μακροπρόθεσμων βλαβών που παρατηρούνται στον διαβήτη τύπου 2, κυρίως στην καρδιά και στο κυκλοφορικό σύστημα. Ο προ-διαβήτης μπορεί να αντιμετωπιστεί με αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες, όπως η διατροφή και η σωματική άσκηση.

Ερευνητές από το αμερικανικό Πανεπιστήμιο Ταφτς ανέλυσαν στοιχεία που αφορούσαν 1.685 μεσήλικες για διάστημα 14 ετών και διαπίστωσαν ότι μόλις ένα αναψυκτικό με μεγάλη ποσότητα ζάχαρης την ημέρα συνδέεται με 46% μεγαλύτερες πιθανότητες εκδήλωσης προ-διαβήτη. Τα ζαχαρούχα αναψυκτικά συνδέθηκαν επίσης με αυξημένους δείκτες αντίστασης στην ινσουλίνη, η οποία αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για τον διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, τα λάιτ αναψυκτικά δεν συσχετίστηκαν με αύξηση των επιπέδων σακχάρου ή κίνδυνο αντίστασης στην ινσουλίνη. Κανένας εκ των συμμετεχόντων δεν είχε διαγνωστεί με διαβήτη ή προ-διαβήτη στην αρχή της μελέτης και τους ζητήθηκε να δηλώσουν πόσα αναψυκτικά καταναλώνουν. Όσοι κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες –πάνω από μισό λίτρο την εβδομάδα– ήταν αυτοί που φάνηκε να κινδυνεύουν περισσότερο να εκδηλώσουν προ-διαβήτη.

Οι ίδιοι ήταν περίπου 8% πιο πιθανό να παρουσιάσουν υψηλούς δείκτες αντίστασης στην ινσουλίνη. Η συσχέτιση μεταξύ ζαχαρούχων αναψυκτικών και προ-διαβήτη παρέμεινε σταθερή ακόμη κι όταν οι ερευνητές συνυπολόγισαν και άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως αλλαγές στο βάρος και άλλες διατροφικές συνήθειες, γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση Nutrition. «Αν και η μελέτη μας δεν αποδεικνύει κάποια σχέση αιτίας και αποτελέσματος, υποδεικνύει ότι η αυξημένη κατανάλωση ζαχαρούχων αναψυκτικών αυξάνει τις πιθανότητες εκδήλωσης των πρώτων προειδοποιητικών ενδείξεων για διαβήτη τύπου 2» αναφέρει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Δρ Νίκολα Μακεόουν. «Εάν δεν γίνουν αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες, τα άτομα με προ-διαβήτη θα εκδηλώσουν μακροπρόθεσμα διαβήτη. Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν τις συστάσεις για περιορισμό της κατανάλωσης, ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί με αντικατάσταση των αναψυκτικών με νερό ή καφέ και τσάι χωρίς ζάχαρη» συμπληρώνει ο ερευνητής.

 

Πηγή: onmed.gr