Στον ρόλο που μπορούν να παίξουν οι ορμόνες του πεπτικού συστήματος τόσο στον Σακχαρώδη Διαβήτη όσο και στην παχυσαρκία, αναφέρθηκαν οι ειδικοί στο πλαίσιο της επιστημονικής διημερίδας με θέμα «Σακχαρώδης Διαβήτης 2017: Η Παθολογία συνεργάζεται και ...περιποιεί τον Σακχαρώδη Διαβήτη. Νεώτερες θεραπευτικές θεωρήσεις στην καθημερινή κλινική πρακτική και στην πρόληψη των επιπλοκών», που διοργάνωσε την Παρασκευή 24 και το Σάββατο 25 Νοεμβρίου, στην Αθήνα, η Ελληνική Εταιρεία Κλινικής Διατροφής και Μεταβολισμού σε συνεργασία με την Παθολογική-Διαβητολογική Κλινική και το Διαβητολογικό Κέντρο του ΙΑΣΩ General.
Την ίδια ώρα, οι νεώτερες ινσουλίνες που κυκλοφορούν και στην Ελλάδα, χάρη στη μακρά δράση τους προσφέρουν ευελιξία στα άτομα με Διαβήτη και διαμορφώνουν καλύτερα την καθημερινότητά τους. «Πέραν της ευελιξίας, οι νέες ινσουλίνες έχουν προσφέρει τα μέγιστα στην αποφυγή των υπογλυκαιμιών, ιδίως των νυχτερινών που είναι και πιο επικίνδυνες για την ζωή του ασθενή. Μάλιστα, για τη νυχτερινή υπογλυκαιμία αναμένεται σύντομα να κυκλοφορήσει μια γευματική ινσουλίνη “υπερταχείας” δράσης, που θα μιμείται περίπου την έκκριση της φυσιολογικής ινσουλίνης, και είναι ήδη επιστημονικά επιβεβαιωμένο ότι στον Διαβήτη τύπου 1, συμβάλλει τόσο στην καλύτερη μεταγευματική ρύθμιση του σακχάρου, όσο και στην πρόληψη των μεταγευματικών υπογλυκαιμιών», σύμφωνα με τον κ. Αντώνιο Λέπουρα.

Οι εξάψεις είναι το πιο συχνό «σύμπτωμα» της εμμηνόπαυσης και έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Νέα έρευνα σε 150.00 γυναίκες, δείχνει ωστόσο ότι οι εξάψεις -ιδίως αν συνοδεύονται από νυχτερινές εφιδρώσεις- αποτελούν «καμπανάκι κινδύνου» για την εμφάνιση διαβήτη.

Οι εξάψεις συνδέθηκαν με 18% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη- όσο μεγαλύτερη ήταν μάλιστα η συχνότητα και η σοβαρότητά τους, τόσο μεγαλύτερος ήταν και ο κίνδυνος διαβήτη. «Η εμμηνόπαυση είναι ένα καλό χρονικό σημείο για να συστήσει κανείς στις γυναίκες αλλαγές του τρόπου ζωής, που μπορούν αφενός να τις ανακουφίσουν από τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, αφετέρου να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου», τόνισε η Τζo Aν Πίνκερτον, εκτελεστική Διευθύντρια της Βορειοαμερικανικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης (NAMS).

Κινέζοι επιστήμονες δημιούργησαν γενετικά τροποποιημένο ρύζι, το οποίο είναι πλούσιο σε αντιοξειδωτικά, μειώνοντας την πιθανότητα πρόκλησης καρκίνου αλλά κι άλλων ασθενειών, σύμφωνα με μελέτη η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Molecular Plant μεταδίδει το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.

Το ρύζι αυτό, έχει χρώμα βυσσινί, καθώς περιέχει υψηλά επίπεδα από ανθοκυανίνες, οι οποίες είναι αντιοξεδωτικές χρωστικές ουσίες που προσθέτουν βυσσινί, κόκκινο ή μπλε χρώμα σε πολλά φρούτα και λαχανικά.

Η κατανάλωση ρυζιού που είναι πλούσιο σε ανθοκυανίνες μπορεί να ωφελήσει την ανθρώπινη υγεία, μειώνοντας την πιθανότητα πρόκλησης συγκεκριμένων τύπων καρκίνου, ασθενειών που σχετίζονται με την λειτουργία της καρδιάς, διαβήτη, αλλά κι άλλων χρόνιων νοσημάτων, σύμφωνα με την δημοσίευση.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο καφές είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας πολλών ανθρώπων και ένα από τα πιο δημοφιλή ροφήματα παγκοσμίως.

Τα οφέλη του είναι πολλά με πιο σημαντικό την υψηλή του περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά χλωρογενή οξέα (πολυφαινόλες). Επιπλέον ανεβάζει τη διάθεση, ενισχύει την απόδοση κατά την άθληση μέσω της αύξησης της αντοχής, έχει θετική επίδραση στη ρύθμιση του σωματικού βάρους προστατεύει από τον καρκίνο, τον διαβήτη τύπου 2 και το Πάρκινσον και κάνει καλό στην καρδιά.

Όλα όμως πρέπει να γίνονται με μέτρο, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση μπορεί να έχει παρενέργειες στον οργανισμό. Εκτός από τη δυσκολία στον ύπνο και τον εκνευρισμό, δείτε μερικά ακόμη συμπτώματα ότι πίνετε πολλούς καφέδες...
•    Πονοκέφαλος
•    Οξυθυμία
•    Αυξημένος καρδιακός παλμός (σαν ταχυπαλμία)
•    Αυξημένη διούρηση (η καφεΐνη έχει και διουρητικές ιδιότητες)

Πηγή: baby.gr

 

Σύμφωνα με νέα έρευνα η αυτομέτρηση του σακχάρου δεν προσθέτει κάτι χρήσιμο στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, αν ο ασθενής δεν παίρνει ινσουλίνη.

Ο συχνός έλεγχος στο σπίτι του επιπέδου του σακχάρου στο αίμα από τους ίδιους τους διαβητικούς με τη χρήση μετρητών που τρυπούν το δάχτυλο (finger-stick), δεν φαίνεται να βοηθά τους ασθενείς που δεν κάνουν χρήση ινσουλίνης, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να αποτελεί καθημερινή ρουτίνα γι' αυτούς.

Αυτό είναι το συμπέρασμα της πρώτης μεγάλης κλινικής δοκιμής-ορόσημο που έγινε στις ΗΠΑ και διαπίστωσε ότι τελικά η αυτομέτρηση του σακχάρου δεν προσθέτει κάτι χρήσιμο στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, αν ο ασθενής δεν παίρνει ινσουλίνη.

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Β. Καρολίνα, με επικεφαλής την καθηγήτρια Κατρίνα Ντόναχιου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό "JAMA Internal Medicine" και ανάλογη ανακοίνωση σε διαβητολογικό συνέδριο στις ΗΠΑ, χώρισαν 450 ασθενείς σε τρεις ομάδες: η μία δεν έκανε καθόλου καθημερινή μέτρηση του σακχάρου με τη συσκευή, η δεύτερη έκανε καθημερινά την μέτρηση και η τρίτη έκανε το ίδιο με πρόσθετη ενθάρρυνση ή καθοδήγηση μέσω Ίντερνετ.

Η κλινική δοκιμή, που διήρκεσε επί ένα έτος, έδειξε ότι:
•    Δεν υπήρχαν σημαντικές σημαντικές διαφορές στον έλεγχο της γλυκόζης (του σακχάρου) στο αίμα των ασθενών στις τρεις ομάδες, όπως έδειξαν οι μετρήσεις της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.
•    Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην ποιότητα ζωής σε σχέση με το διαβήτη.
•    Δεν υπήρχαν αξιοσημείωτες διαφορές στην πιθανότητα υπογλυκαιμίας (πολύ χαμηλού σάκχαρου) ή εισαγωγής στο νοσοκομείο.
•    Δεν υπήρχε διαφορά στον αριθμό των ασθενών οποιασδήποτε από τις τρεις ομάδες, οι οποίοι έπρεπε να αρχίσουν τη θεραπεία με ινσουλίνη για να ελέγξουν καλύτερα το σάκχαρό τους.

Εν ολίγοις, εφόσον κανείς δεν έχει φθάσει στο σημείο να κάνει χρήση ινσουλίνης, είτε κάνει καθημερινά χρήση του μετρητή σακχάρου στο αίμα του, είτε όχι, δεν έχει καμία ουσιαστική διαφορά.

Αντίθετα, για όσους παίρνουν ινσουλίνη, ο έλεγχος με τον μετρητή στο σπίτι βοηθά στη θεραπεία τους. Όμως, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η πλειονότητα των διαβητικών τύπου 2 δεν θεραπεύονται με έξτρα ινσουλίνη, παρόλα αυτά οι περισσότεροι γιατροί τους συστήνουν την καθημερινή μέτρηση του σακχάρου τους.

«Τα ευρήματά μας έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν την τρέχουσα κλινική πρακτική για τους ασθενείς», δήλωσε η Ντόναχιου. «Φυσικά οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να λάβουν υπόψη τους κάθε μοναδική περίπτωση, όταν αποφασίζουν κατά πόσο χρειάζεται η μέτρηση της γλυκόζης στο σπίτι. Όμως τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι η αυτομέτρηση έχει περιορισμένη χρησιμότητα για τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν παίρνουν ινσουλίνη. Για τους περισσότερους το κόστος είναι μεγαλύτερο από το όφελος», πρόσθεσε.

Οι περισσότεροι διαβητικοί τύπου 2 ελέγχουν το σάκχαρό τους με την κατάλληλη διατροφή, με άσκηση και με φάρμακα όπως η μετφορμίνη. Περίπου τρεις στους τέσσερις κάνουν μόνοι τους καθημερινή μέτρηση του σακχάρου στο αίμα τους με την ειδική συσκευή.

Οι υπέρμαχοι αυτής της πρακτικής υποστηρίζουν ότι ο καθημερινός έλεγχος βοηθά τους ασθενείς να πάρουν σοβαρά το ζήτημα και να βελτιώσουν τον τρόπο ζωής τους (διατροφή, άσκηση κ.α.). Όμως, από την άλλη, η συνήθεια αυτή έχει οικονομικό κόστος, αλλά και ψυχικό, καθώς αυξάνει το άγχος και την κατάθλιψη σε μερικούς ασθενείς.

Επιπλέον, οι συγκεκριμένες συσκευές, μολονότι δίνουν αξιόπιστα αποτελέσματα σε μικρό χρονικό διάστημα, έχουν το μειονέκτημα ότι αποτελούν μια επώδυνη διαδικασία για ορισμένους ανθρώπους λόγω τόσο της χρήσης βελόνας, όσο και των πολλών νευρικών απολήξεων στις άκρες των δαχτύλων.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:
http://jamanetwork.com/journals/jamainternalmedicine/fullarticle/2630

Πηγή: praktoreio-ygeias.gr

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια και το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα ανέπτυξαν ένα νέο διαδικτυακό τεστ που «προβλέπει» τον κίνδυνο καρδιοπάθειας και διαβήτη. Μάλιστα, εκτιμούν ότι το τεστ παρέχει πιο αξιόπιστα αποτελέσματα από άλλες, παραδοσιακές μεθόδους αξιολόγησης του καρδιαγγειακού και μεταβολικού κινδύνου.

Το τεστ λαμβάνει υπόψη βασικούς παράγοντες κινδύνου για την καρδιοπάθεια και τον διαβήτη, όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και τα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, αλλά και δείκτες που συχνά δεν περιλαμβάνονται σε συμβατικά τεστ, όπως το φύλο και η εθνικότητα.

Στόχος αυτού του νέου εργαλείου είναι να ενθαρρύνει τους ασθενείς να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές στις καθημερινές τους συνήθειες ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο χρόνιων παθήσεων και σοβαρών επιπλοκών

Πηγή: onmed.gr

Είναι γνωστό εδώ και καιρό, ότι τα όσπρια προσφέρουν προστασία έναντι του διαβήτη τύπου 2 (το οποίο είναι ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας σε όλο τον κόσμο που επηρεάζει πάνω από 400 εκατομμύρια ενήλικες το 2015), μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει μικρή έρευνα που να επιβεβαιώνει αυτή τη συσχέτιση.

Για την αύξηση του γενικού επιπέδου των γνώσεων στον τομέα αυτό, ερευνητές από το Τμήμα Διατροφής του Ανθρώπου του Πανεπιστημίου Universitat Rovira i Virgili της Καταλονίας, σε συνεργασία με άλλες ερευνητικές ομάδες στη μελέτη PREDIMED αξιολόγησαν τη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης των διαφόρων υπο-ειδών οσπρίων και του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των ατόμων με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Αξιολογήθηκε επίσης η επίδραση της αντικατάστασης άλλων πρωτεΐνών και υδατανθράκων με τα όσπρια.

Οι ερευνητές ανέλυσαν 3.349 συμμετέχοντες με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, αλλά χωρίς διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη της μελέτης PREDIMED. Μετά από 4 χρόνια παρακολούθησης, τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι σε σύγκριση με τα άτομα που είχαν χαμηλότερη κατανάλωση οσπρίων - φακής, ρεβιθιών, φασολιών και αρακά (12.73 γρ./ημέρα, περίπου που ισοδυναμεί με 1,5 μερίδες των 60g ανά εβδομάδα), τα άτομα με υψηλότερη κατανάλωση (28.75 γραμμάρια/ημέρα, που αντιστοιχεί σε 3,35 μερίδες/εβδομάδα) είχαν 35% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Από όλα τα όσπρια, οι φακές συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.

Οι συμμετέχοντες που είχαν την υψηλότερη κατανάλωση φακής κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης (σχεδόν 1 μερίδα / εβδομάδα) σε σύγκριση με τα άτομα που είχαν τη χαμηλότερη κατανάλωση (λιγότερο από μισή μερίδα / εβδομάδα), είχαν 33% μικρότερο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.

Οι ερευνητές βρήκαν επίσης ότι αντικαθιστώντας μισή μερίδα τροφών πλούσιων σε πρωτεΐνες ή υδατάνθρακες, συμπεριλαμβανομένων των αυγών, του ψωμιού, του ρυζιού και της πατάτας με μισή μερίδα οσπρίων, συσχετίστηκε επίσης με ένα χαμηλότερο κίνδυνο τύπου 2 συχνότητα εμφάνισης διαβήτη. Οι ερευνητές τονίζουν τη σημασία της κατανάλωσης οσπρίων για την πρόληψη χρόνιων ασθενειών όπως ο διαβήτης, αλλά δηλώνουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιώσει αυτά τα αποτελέσματα.

Tα όσπρια είναι μια ομάδα τροφίμων πλούσια σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β, περιέχουν ωφέλιμα άλατα (ασβεστίου, καλίου και μαγνησίου) και σημαντικές ποσότητες φυτικών ινών και θεωρούνται τρόφιμα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, πράγμα που σημαίνει ότι τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα αυξάνουν αργά μετά την κατανάλωσή τους. Λόγω αυτών των μοναδικών θρεπτικών ιδιοτήτων τους, η τακτική κατανάλωση οσπρίων συμβάλλει στη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) κήρυξε το 2016 ως Διεθνές Έτος οσπρίων για την ευαισθητοποίηση των πολιτών σχετικά με τα διατροφικά τους οφέλη.

 

Πηγή: stogiatro.gr

Πέρα από το πολύ σημαντικό κομμάτι του τρόπου ζωής, που θα εκτινάξει τα ποσοστά του διαβήτη τα επόμενα χρόνια, φαίνεται ότι τα συνεχώς αυξανόμενα κρούσματα θα οφείλονται και στην άνοδο της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Αυτό υποστηρίζει μια νέα ολλανδική επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία μία μέση αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος κατά έναν βαθμό Κελσίου μπορεί να ευθύνεται για 100.000 περισσότερα άτομα με διαβήτη μόνο στις ΗΠΑ.

Οι ερευνητές του Τμήματος Επιδημιολογίας του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου του Λέϊντεν, με επικεφαλής τον καθηγητή Πάτρικ Ρένσεν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διαβητολογικό περιοδικό "BMJ Open Diabetes Research & Care", εκτιμούν ότι η επίπτωση της κλιματικής αλλαγής μπορεί εν μέρει να εξηγήσει, ήδη, γιατί αυξάνονται συνεχώς τα κρούσματα διαβήτη.

Το 2015 περίπου 415 εκατομμύρια ενήλικες είχαν διαβήτη τύπου 2 παγκοσμίως και αναμένεται να αυξηθούν κατά 55% έως το 2040, φθάνοντας τα 642 εκατομμύρια.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα κρύο περιβάλλον ευνοεί την απώλεια βάρους και βελτιώνει την ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη, μειώνοντας, έτσι, την πιθανότητα να εκδηλωθεί διαβήτης, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στα πολύ ζεστά περιβάλλοντα. Με λίγα λόγια το κρύο αδυνατίζει πιο εύκολα και προστατεύει καλύτερα από τον διαβήτη.

Η νέα έρευνα συσχέτισε διεθνή στοιχεία για τις θερμοκρασίες με στοιχεία για το διαβήτη. Διαπιστώθηκε ότι μια μέση αύξηση κατά έναν βαθμό Κελσίου αυξάνει τα περισταστικά διαβήτη κατά 0,314 ανά 1.000 κατοίκους. Η έλλειψη ευαισθησίας του σώματος στη γλυκόζη αυξάνεται κατά 0,17% για κάθε ένα βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος.

Πηγή: healthmag

Προηγούμενη μελέτη είχε δείξει κάτι ανάλογο για τους ενηλίκους, αλλά η νέα έρευνα επεκτείνει τον κίνδυνο και στα παιδιά. Ο χρόνος που ένα παιδί περνάει μπροστά σε μια τηλεόραση, έναν υπολογιστή, ένα τάμπλετ, ένα κινητό τηλέφωνο ή μια κονσόλα παιγνιδιών αυξάνει διάφορους παράγοντες κινδύνου για διαβήτη, όπως η συσσώρευση λίπους στο σώμα, η παχυσαρκία και η αντίσταση στην ινσουλίνη, με συνέπεια τα κύτταρα του λίπους να μην ανταποκρίνονται στην εν λόγω ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Κλερ Ναϊτινγκέιλ του Ινστιτούτου Ερευνών για την Υγεία του Πληθυσμού του Πανεπιστημίου Σεντ Τζορτζ του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό περιοδικό παιδιατρικής “Archives of Disease inChildhood”, ανέλυσαν στοιχεία για ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σχεδόν 4.500 παιδιών ηλικίας εννέα έως δέκα ετών από 220 δημοτικά.
Από αυτά τα παιδιά, στο ένα άκρο το 4% δεν έκαναν καθόλου χρήση οθονών, ενώ στο άλλο άκρο το 18% έκαναν χρήση πάνω από τρεις ώρες. Ο χρόνος των υπόλοιπων παιδιών κυμαινόταν κάπου ενδιάμεσα. Τα αγόρια ήταν πιθανότερο (22%) από ό,τι τα κορίτσια (14%) να περνάνε άνω των τριών ωρών κάθε μέρα μπροστά σε μια οθόνη.

Τα παιδιά που κολλούσαν στις οθόνες κατά μέσο όρο πάνω από ένα τρίωρο ημερησίως, είχαν μεγαλύτερα επίπεδα σωματικού λίπους, ινσουλίνης στο αίμα μετά από νηστεία (αύξηση 10,7%), αντίστασης στην ινσουλίνη (10,5%) και λεπτίνης (9,3%), της ορμόνης που εμπλέκεται στην όρεξη. Όλα αυτά είναι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση διαβήτη, αν και οι επιστήμονες δεν συνέχισαν την μελέτη τους για να δουν κατά πόσο τα παιδιά όντως εμφάνισαν τη νόσο αργότερα.

Πάντως, οι ερευνητές συστήνουν να μειωθεί ο χρόνος χρήσης οθονών από τα παιδιά, ώστε να μειωθούν οι παράγοντες κινδύνου για διαβήτη τύπου 2. Η ενθάρρυνση της σωματικής άσκησης αντί του καθιστικού τρόπου ζωής και η υγιής ισορροπημένη διατροφή είναι επίσης αναγκαία για τα παιδιά.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (Πρακτορείο Υγείας)

Η σοβαρή υπογλυκαιμία στα άτομα με τύπου 2 διαβήτη μπορεί να συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού και θανάτου, αναφέρει νέα έρευνα. Ωστόσο αυτό αφορά τα επεισόδια που είναι τόσο σοβαρά ώστε απαιτείται μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο, διευκρινίζουν οι ερευνητές.

«Όταν ένας ασθενής έχει ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας, αυτό μπορεί να αποτελεί αρνητική ένδειξη για την έκβασή του» δήλωσε η κύρια ερευνήτρια Alexandra Lee, από το Τμήμα Επιδημιολογίας του Johns Hopkins Bloomberg School of Public Health στη Βαλτιμόρη. «Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι οι υπογλυκαιμικές κρίσεις δεν έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, αλλά τα ευρήματά μας δείχνουν ότι ακόμα και ένα επεισόδιο μπορεί να είναι επιζήμιο».

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι δεν είναι ξεκάθαρο από την έρευνά τους αν τα άτομα με τύπου 2 διαβήτη που παθαίνουν σοβαρή υπογλυκαιμία έχουν χειρότερη υγεία απ’ ό,τι όσοι δεν παθαίνουν ή αν η υπογλυκαιμία καθαυτή συμβάλει στο μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Η νέα έρευνα συμπεριέλαβε σχεδόν 1.200 άτομα με τύπου 2 διαβήτη, ηλικίας 45-64 ετών, τα οποία παρακολούθησαν οι επιστήμονες επί 15 χρόνια.  Σχεδόν οι 200 από αυτούς έπαθαν μία σοβαρή υπογλυκαιμική κρίση για την οποία χρειάσθηκαν μεταφορά στο νοσοκομείο. Ο ένας στους τρεις από αυτούς τους ασθενείς πέθαναν μέσα σε τρία χρόνια από το επεισόδιο, κυρίως από καρδιαγγειακά αίτια.

Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι η πιθανότητα καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού ή θανάτου ήταν διπλάσια στα άτομα που είχαν πάθει σοβαρή υπογλυκαιμία, συγκριτικά με όσα δεν είχαν πάθει. Αυτό σημαίνει ότι οι γιατροί πρέπει να παρακολουθούν στενά τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που μεταφέρονται στο νοσοκομείο με σοβαρή υπογλυκαιμία που τους προκαλεί απώλεια αισθήσεων ή σπασμούς, λένε οι ερευνητές.

«Η υπογλυκαιμία είναι ένας υποτιμημένος παράγοντας κινδύνου για θάνατο και καρδιαγγειακή νόσο στα άτομα με διαβήτη και πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά ώστε η αγωγή που ακολουθούν να μην τους οδηγεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα γλυκόζης αίματος» δήλωσε η ερευνήτρια Elizabeth Selvin, καθηγήτρια Επιδημιολογίας στο Johns Hopkins.

Η έρευνα παρουσιάστηκε σε επιστημονική ημερίδα της American Heart Association, που πραγματοποιήθηκε στο Πόρτλαντ του Όρεγκον.

 

Πηγή: iatronet.gr