Επιστημονικοί συνεργάτες

  • Νευροψυχολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Tennessee, Η.Π.Α.

    Επικεφαλής Νευροψυχολογικού Εργαστηρίου Πανεπιστημιακής Νευροχειρουργικής Κλινικής Νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ

  • Παθολόγος,

    Διευθυντής Α’  Παθολογικής Κλινικής Ιατρικού Κέντρου Αθηνών,

    Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών,

    Πρόεδρος ESODiMESO

  • Ψυχολόγος -Ψυχοθεραπεύτρια

  • Γαστρεντερολόγος - Ηπατολόγος, MD, FEBGH, AGAF,

    Διευθυντής Γαστρεντερολογικής Κλινικής Ιατρικού Κέντρου Π. Φαλήρου,

    Πρόεδρος Ελλ. Γαστρεντερολογικής Εταιρείας (ΕΓΕ),

    τ. Πρόεδρος Ελλ. Εταιρείας Μελέτης Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού (ΕΕΜΕΠ)

  • Χειρουργός ΩΡΛ, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Εταιρείας Ωτορινολαρυγγολογίας,

    Καθηγητής Ιατρικής Σχολης Πανεπιστημίου Αθηνών,

    Διευθυντής Β’ Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής Γ.Π.Ν «ΑΤΤΙΚΟΝ»

  • Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, PhD, Διδάκτωρ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

    Επιστημονικός Διευθυντής Κέντρου Διαιτολογικής Υποστήριξης & Μεταβολικού Ελέγχου ΑΠΙΣΧΝΑΝΣΙΣ – ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

    Πρόεδρος Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας

  • Καθηγητής Φαρμακευτικής Τεχνολογίας και Νανοτεχνολογίας,

    Διευθυντής του Εργαστηρίου της Φαρμακευτικής Τεχνολογίας ΕΚΠΑ,

    Πρόεδρος Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας

  • Συντ. Διευθυντής Χειρουργικού Τμήματος, Κωνσταντοπούλειο Νοσ.,

    President Elect, European-African Hepato-Biliary- Pancreaticassociation,

    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ήπατος Χοληφόρων Παγκρέατος

  • Ορθοπαιδικός χειρουργός σπονδυλικής στήλης.
    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ορθοπαιδικής Χειρουργικής και Τραυματιολογίας (ΕΕΧΟΤ)

  • Οικονομολόγος,

    Πρόεδρος του ομίλου ZITA

  • Kαρδιολόγος,

    Τ.Ε. Καθηγητής Πανεπ. Αθήνας και Καλιφόρνιας,

    Επίτιμος Διευθυντής Β΄ Καρδιολογικής Κλινικής Νοσοκομείου «Υγεία» ,

    Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Καρδιαγγειακής Υγείας

  • Δερματολόγος,Αφροδισιολογος

    Antiaging doctor, Αισθητική Ιατρική,

    Επιστημονικός Σύμβουλος «Laser Way»,

    Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Αντιγήρανσης,

  • Οδοντίατρος,

    Πρόεδρος Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας

  • MD, MPhil, MRCSEd, FRCS (SN)
    Σύμβουλος Νευροχειρουργός

  • Καθηγητής Δερματολογίας

    Νομικός Πρόεδρος Ακαδημίας Ιαματικής Ιατρικής

    Επιστημονικός Σύμβουλος ΚΕΔΕ π. Αντιπρύτανης,

    Γεν. Γραμ. Υπουργείου Παιδείας

  • Διευθυντής Κέντρου Ελάχιστα Επεμβατικής Ουρολογίας Ιατρικού Αθηνών

    Έμμισθο Τακτικό Εκπαιδευτικό Μέλος IRCAD/EITS Ιατρικής Σχολής Στρασβούργου

  • Διεθυντής Γ. Βαριατρικής, Λαπαροσκοπικής & Ρομποτικής Χειρουργικής Κλινικής,

    Επιστ. Διευθυντής Ιατρικό Κέντρο Αθηνών,

    Καθ. Χειρουργικής Ohio State University, USA,

    Πρόεδρος ελλ. τμήματος του Αμερικανικού Κολλεγίου Χειρουργών,

    Πρόεδρος Ευρωπαϊκής και Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Ρομποτικής Χειρουργικής

  • M.D, Ph.D, FEBO
    Οφθαλμίατρος Χειρουργός,
    Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
    Μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας

  • Νευρολόγος,

    Διευθυντής Τμήματος Νευρολογίας Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών,

    Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Κεφαλαλγίας και της Ελληνικής Εταιρείας Κεφαλαλγίας

  • Εθνικός Εκπρόσωπος της Ελλάδας στη UEMS για τη χειρουργική

    εκπαίδευση στον καρκίνο του μαστού 

    Μέλος της Επιτροπής Σύνταξης των κατευθυντηρίων οδηγιών της  

    ECIBC (European Commission Initiative on Breast Cancer)

    ε Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής Παν/μιου Αθηνών

    Γυναικολόγος - Χειρουργός - Μαστολόγος - Ογκολόγος

    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μαστολογίας

  • Δ/ντης ΕΣΥ Ουρολογικής Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Άργους ,

    Tέως Πρόεδρος Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας

  • Ομότιμος Καθηγητής Χειρουργικής,
    Επιστημονικός Συνεργάτης Ευρωκλινικής Αθηνών
    Πρόεδρος Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας

  • Καθηγητής, Ορθοπεδικός Χειρουργός,

    Διευθυντής Εργαστηρίου Περιγραφικής Ανατομικής Τμήμα Ιατρικής,

    Σχολή Επιστημών Υγείας Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

    Πρόεδρος της Αθλητιατρικής Εταιρείας Ελλάδος,

  • Μαιευτήρας – Γυναικολόγος
    Διευθυντής της Κλινικής ΓΕΝΕΣΙΣ Αθηνών A.E
    Γενικός Γραμματέας Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής

  • Φαρμακοποιός

  • Καθηγητής Φαρμακευτικής Πανεπιστημίου Αθηνών

    Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Κοσμητολογίας

  • Χειρουργός Παίδων, Διευθυντής Ε.Σ.Υ. ,

    Επιστημονικός Προϊστάμενος Β΄ Παιδοχειρουργικής Κλινικής του ΓΝΠΑ Παν. & Αγλαΐας Κυριακού

  • Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος Κεφαλής & Τραχήλου,

    Επιστημονικός Συνεργάτης Νοσοκομείου Υγεία

  • Καθηγητής. Fellow της Διεθνούς Ακαδημίας Ερευνών Μαθησιακών Δυσκολιών.Διεθνώς καταξιωμένη αυθεντία στη Δυσλεξία, τη Διάσπαση Προσοχής (ΔΕΠΥ) και την Οφθαλμοκίνηση. 

    Εφευρέτης νέων τεχνολογιών και μεθόδων παγκόσμιας  αναγνώρισης και ακτινοβολίας.

  • Kαρδιοχειρουργός M.D., F.E.C.T.S.

    Διευθυντής Α’ Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του ιδρύματος «Ερρίκος Ντυνάν Hospital Center»

    Εκλεγμένος Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Θώρακος, Καρδιάς και Αγγείων

     

  • Καρδιολόγος

    Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Λιπιδιολογίας, Αθηροσκλήρωσης και Αγγειακής νόσου,

    Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής «Ευρωκλινικής Αθηνών»,

    Μέλος ΔΣ του ελληνικού ιδρύματος καρδιολογίας (ΕΛ.Ι.ΚΑΡ)

  • Καθηγητής Ουρολογίας,

    Πρόεδρος Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας

  • Νευροχειρουργός
    Διευθυντής Νευροχειρουργικής κλινικής Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ
    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Σπονδυλικής Στήλης

  • Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος

  • Πνευμονολόγος
    Διευθυντής 6ης Πνευμονολογικής Κλινικής ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία»
    Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας

  • Καθηγήτρια Φαρμακευτικής Χημείας - Φαρμακευτικής Ανάλυσης,

    Τομέας Φαρμακευτικής Χημείας, Τμήμα Φαρμακευτικής, Σχολής Επιστημών Υγείας ΕΚΠΑ,

    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακοχημείας

  • Νευρολόγος – Ψυχίατρος,
    Θεολόγος, Καθηγήτρια ΑΠΘ,
    Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer

  • Ιατρός Παθολόγος Διαβητολόγος,

    Ειδικός σε θέματα Διατροφής και Μεταβολισμού,

    Dr. Lindbergs Clinic, Όσλο, Νορβηγία

  • Χειρουργός

    Διευθυντής Κλινικής Μαστού Αντικαρκινικού Νοσοκομείου «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ»

    Πρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας

  • Πλαστικός Χειρουργός, Αναπληρωτής Καθηγητής

  • Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Κλινικής Γενετικής & Δυσμορφολογίας ΕΚΠΑ,

    Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρικής Γενετικής

  • Καθηγητής και διευθυντής της A΄ Παιδιατρικής Κλινικής

    στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών,


    Μέλος του Ινστιτούτου Ιατρικής της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των Η.Π.Α.

Μουτζούρης Γεώργιος

Μουτζούρης Γεώργιος

Δ/ντης ΕΣΥ Ουρολογικής Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Άργους ,

Tέως Πρόεδρος Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας

H ανδρόπαυση είναι ένα σύνδρομο που σχετίζεται με τη γήρανση και χαρακτηρίζεται από ελάττωση των επιπέδων των ανδρογόνων. Επιφέρει παθοφυσιολογικές επιπτώσεις σε άλλα όργανα και έχει σημαντική επίπτωση στην ποιότητα της ζωής των ανδρών. Πρωτοπεριγράφηκε το 1944 και χαρακτηρίστηκε σαν ανδρική εμμηνόπαυση, σε μία προσπάθεια να εξηγηθούν συμπτώματα που εμφανίζονταν στον γηράσκοντα άνδρα παρόμοια με αυτά των γυναικών στην κλιμακτήριο. Η παθοφυσιολογία του συνδρόμου μελετήθηκε αρκετά, αλλά ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία ως προς την επίπτωσή του ούτε στην ανάγκη της ορμονικής υποκατάστασης. Ο όρος ανδρόπαυση, αν και έχει επικρατήσει δεν είναι ο καταλληλότερος. Αντίθετα, με την εμμηνόπαυση που παρουσιάζεται απότομη πτώση των οιστρογόνων, τα ανδρογόνα ελαττώνονται σταδιακά με την πάροδο της ηλικίας και εξακολουθούν να παράγονται σε μικρότερα επίπεδα. Για τον λόγο αυτό πλέον δόκιμοι όροι είναι «Ανδρογονική ανεπάρκεια στον γηράσκοντα άνδρα» ή «Μερική ανδρογονική ανεπάρκεια» ή «Καθυστερημένης εμφάνισης υπογοναδισμός».

Η τεστοστερόνη παράγεται από τα κύτταρα Leydig του όρχεος, υπό την επίδραση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης. Συνδέεται με ειδικούς υποδοχείς στα όργανα - στόχους ασκώντας τη δράση της. Ρυθμίζει όχι μόνο το αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα, αλλά έχει και σημαντική δράση στο μυϊκό, το σκελετικό, το καρδιοαγγειακό και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Στο αίμα κυκλοφορεί σε ποσοστό 2% σαν ελεύθερη τεστοστερόνη, 54% συνδεδεμένη χαλαρά με αλβουμίνη και κατά 44% στερεά προσδεδεμένη με τη δεσμευτική σφαιρίνη των ορμονών του sex (Sex Hormone Binding Globulin, SHBG). H ελεύθερη τεστοστερόνη με τη συνδεδεμένη με αλβουμίνη αποτελούν το βιοδιαθέσιμο κλάσμα της τεστοστερόνης στα όργανα - στόχους. Στον λιπώδη ιστό διά του ενζύμου αρωματάση μεταβολίζεται σε οιστραδιόλη. Μετά την ηλικία των 30 ετών, τα επίπεδα της τεστοστερόνης ελαττώνονται περίπου κατά 1% / έτος, η ελεύθερη τεστοστερόνη ελαττώνεται 2% / έτος σε αντίθεση με τη SHBG που αυξάνεται 1,6% / έτος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ελαττώνεται η βιοδιαθέσιμη τεστοστερόνη στα όργανα - στόχους και να εμφανίζονται τα συμπτώματα της ανδρογονικής ανεπάρκειας. Ο παθογενετικός μηχανισμός της ελάττωσης της τεστοστερόνης αποδίδεται σε ελάττωση με την πρόοδο της ηλικίας των κυττάρων του Leydig του όρχεος, σε δυσλειτουργία του υποθαλαμο-υποφυσιακού άξονα, στις μεταβολές των ανδρογόνων, σε αύξηση της SHBG, σε αύξηση του λίπους που μεταβολίζει την τεστοστερόνη σε οιστραδιόλη, ενώ φαίνεται να υπάρχει και ελάττωση της ευαισθησίας του υποδοχέα των ανδρογόνων στην τεστοστερόνη.

Όπως αναφέρθηκε, η τεστοστερόνη, εκτός από τον κριτικό ρόλο της στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα (ανάπτυξη πέους, προστάτη, σπερματογένεση, στυτική λειτουργία), έχει δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ρυθμίζοντας κεντρικά τη σεξουαλική επιθυμία, τη διάθεση και τη γνωσιακή λειτουργία, στο δέρμα (τριχοφυΐα, ποιότητα δέρματος), στο μυϊκό σύστημα σαν αναβολικό, στο ήπαρ για τη σύνθεση πρωτεϊνών, στον μυελό των οστών για την ερυθροποίηση, στο νεφρό για παραγωγή ερυθροποιητίνης και στα οστά, αυξάνοντας την οστική μάζα. Όταν τα επίπεδά της ελαττώνονται στον γηράσκοντα άνδρα εμφανίζονται συμπτώματα όπως ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας, ελάττωση των νυκτερινών στύσεων, διαταραχές της στυτικής λειτουργίας, ελάττωση της μυϊκής μάζας, οστεοπόρωση, ελάττωση της σωματικής τρίχωσης, μείωση της δραστηριότητας, διαταραχές συγκέντρωσης και μνήμης, υπνηλία, κακή διάθεση και κατάθλιψη, αύξηση του σωματικού λίπους και ελάττωση της απόδοσης στην εργασία. Το πρόβλημα είναι ότι τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται σταδιακά, πολλά θεωρούνται σαν φυσιολογικό επακόλουθο της γήρανσης, ενώ ταυτόχρονα σε αυτή την ηλικία επιπολάζουν πολλές άλλες παθήσεις που εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα και η επίπτωση της ανδρόπαυσης είναι δύσκολο να καθοριστεί. Το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το μεγάλο εύρος της διακύμανσης των φυσιολογικών τιμών της τεστοστερόνης (300 - 1.000 ng/dl) και στο γεγονός ότι σπάνια γνωρίζουμε την τεστοστερόνη του ατόμου σε νεαρή ηλικία. Για έναν άνδρα που είχε τιμές τεστοστερόνης στα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα, η μείωση της τεστοστερόνης σε χαμηλές φυσιολογικές τιμές μπορεί να του προκαλεί πρόβλημα, ενώ για έναν άλλο, που είχε τιμές στα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα, η πτώση κάτω από τη φυσιολογική τιμή να μην του προκαλεί σημαντικό πρόβλημα. Επίσης, δεν είναι ίδια τα επίπεδα τεστοστερόνης που απαιτούνται για τη δράση της στα όργανα - στόχους (π.χ., για την αναπαραγωγική λειτουργία, τα ποσά της τεστοστερόνης που απαιτούνται είναι στις κατώτερες φυσιολογικές τιμές, ενώ για το μυϊκό και το σκελετικό σύστημα απαιτούνται υψηλότερες τιμές). Ταυτόχρονα, υπάρχει μεγάλη ετερογένεια στις μελέτες αναφορικά με την αυστηρότητα των κριτηρίων στα κλινικά συμπτώματα και στα όρια της τεστοστερόνης. Φαίνεται ότι περίπου το 25% των ανδρών ηλικίας 40-80 ετών έχουν επίπεδα τεστοστερόνης <300 ng/dl, οι μισοί περίπου είναι ασυμπτωματικοί και μόνο το 6% χρειάζεται ορμονική υποκατάσταση. Δεν πρέπει να ελέγχουμε όλους τους άνδρες για χαμηλή τεστοστερόνη, αλλά μόνο αυτούς που τα συμπτώματά τους δείχνουν μεγάλη πιθανότητα του κλινικού συνδρόμου. Εκτός από την κλινική εξέταση, χρησιμοποιούμε ειδικά ερωτηματολόγια και γίνεται μέτρηση της τεστοστερόνης στο αίμα μεταξύ της 8ης - 10ης πρωινής ώρας (τις απογευματινές ώρες είναι ελαττωμένη κατά 30% λόγω του κικάρδιου ρυθμού έκκρισής της). Σε χαμηλές τιμές γίνεται επανάληψη της μέτρησης και ενίοτε χρειάζεται να προσδιορίσουμε την ελεύθερη τεστοστερόνη.

Υποκατάσταση με σκευάσματα τεστοστερόνης χρειάζονται οι άνδρες με σταθερά χαμηλά τεστοστερόνη και σημεία και συμπτώματα ανδρογονικής ανεπάρκειας. Τα επίπεδα τεστοστερόνης που χρήζουν υποκατάστασης είναι Τ< 230 ng/dl ή < 8nmol/l και ελεύθερης τεστοστερόνης < 5ng/dl. Στόχος της υποκατάστασης είναι η βελτίωσης της ενεργητικότητας και της διάθεσης του άνδρα, βελτίωση της οστικής πυκνότητας και μυϊκής μάζας, βελτίωση της ερωτικής επιθυμίας και σεξουαλικής λειτουργίας. Η χορήγηση τεστοστερόνης μπορεί να έχει σοβαρές, ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως σημαντική αύξηση του αιματοκρίτη (>54%), που να απαιτήσει αφαίμαξη, επιδείνωση της συμπτωματολογίας από υπερπλασία προστάτη, προαγωγή λανθάνοντος καρκίνου του προστάτη, επίταση της αποφρακτικής άπνοιας κατά τον ύπνο, κατακράτηση υγρών, οιδήματα και καρδιοαγγειακή επιβάρυνση. Χρειάζεται προηγουμένως καλός έλεγχος του ασθενούς για προϋπάρχουσα παθολογία, πάντα δακτυλική εξέταση του προστάτη, εξέταση αίματος για PSA και ενίοτε αρνητική βιοψία προστάτη. Ο στόχος της υποκατάστασης είναι να επιτευχθούν τιμές στα χαμηλότερα φυσιολογικά επίπεδα των νεαρών ανδρών (300-400 ng/dl), ώστε να αποφύγουμε όσον το δυνατόν τις ανεπιθύμητες ενέργειες στους ηλικιωμένους. Η τεστοστερόνη μπορεί να χορηγηθεί σε δισκία, σε ενδομυϊκές ενέσεις, σε εμφυτεύματα, σε δερματικά patch και σε δερματική γέλη. Αυτά που χρησιμοποιούνται σήμερα περισσότερο είναι τα δερματικά patch και η γέλη. Εφαρμόζονται καθημερινά στο δέρμα του βραχίονα ή του κορμού. Επιτυγχάνουν στάθμες τεστοστερόνης χωρίς διακυμάνσεις, έχουν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τους άλλους τρόπους χορήγησης και μπορεί να διακοπούν όταν εμφανιστεί ανεπιθύμητη ενέργεια (ταχεία πτώση της τιμής της τεστοστερόνης σε αντίθεση με ενδομυϊκά σκευάσματα). Η παρακολούθηση των ασθενών γίνεται ανά 3 μήνες τον πρώτο χρόνο και κατόπιν ανά έτος και περιλαμβάνει επίπεδα τεστοστερόνης, δακτυλική εξέταση του προστάτη, PSA, αιματοκρίτη και, εάν υπάρχει οστεοπόρωση, μέτρηση της οστικής πυκνότητας ανά 1-2 έτη. Εάν εμφανιστεί αύξηση του PSA> 1,4 ng/ml τον πρώτο χρόνο ή το PSA υπερβεί τα 4 ng/ml πρέπει να γίνει βιοψία προστάτη.

Συμπερασματικά, η προοδευτική ελάττωση της τεστοστερόνης με την πρόοδο της ηλικίας μπορεί να επιφέρει μια σειρά παθοφυσιολογικών αλλαγών. Η δυσκολία στον καθορισμό της ανδρόπαυσης οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ομοφωνία στο ποια είναι τα φυσιολογικά επίπεδα τεστοστερόνης και στο γεγονός ότι τα συμπτώματα στους ηλικιωμένους συχνά μπορεί να προκληθούν και από αλλά νοσήματα. Αν και δεν υπάρχουν μακρόχρονες μελέτες, η ανδρογονική υποκατάσταση στους πάσχοντες άνδρες φαίνεται να είναι ασφαλής, χρειάζεται, όμως, καλή επιλογή ασθενών και καλή παρακολούθηση για τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο (Σελ. 44-45)

 

Το cranberry (Vaccinium macrocarpon) προέρχεται από τη Βόρεια Αμερική και αναπτύσσεται σε υγρά εδάφη με ήλιο. Το ώριμο φρούτο (καρπός) χρησιμοποιείται για στην παρασκευή τροφίμων, ως μυρωδικό ή χρωστική, και για θεραπευτικούς σκοπούς.

To cranberry βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των φρούτων που είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά. Τα αντιοξειδωτικά είναι ευεργετικά για την υγεία μας, διότι εξουδετερώνουν τις ελεύθερες ρίζες  που μπορούν να προκαλέσουν βλάβη σε κυτταρικές δομές και στο κυτταρικό DNA. Τα ενεργά συστατικά του είναι ένα σύνολο φλαβονοειδών με αντιβακτηριακή δράση, αντιοξειδωτικά, όπως προανθοκυανιδίνες/ανθοκυανιδίνες, ευεργετικά οργανικά οξέα, όπως το ελλαγικό, κιτρικό, μαλικό,   βενζοϊκό, χλωρογενικό, φερουλικό, ευγενολικό, καθώς και β-καροτένιο, ασβέστιο, φυλλικό οξύ, σίδηρο, μαγνήσιο, μαγγάνιο, φωσφόρο, κάλιο, σελήνιο και βιταμίνες Β1, Β2, Β3, C και Ε. Τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι η κατανάλωση προϊόντων cranberry (ώριμο φρούτο, αποξηραμένο, χυμός, δισκία ή καψάκια) μπορεί να έχει ευεργετικές δράσεις στο καρδιαγγειακό (ελάττωση του οξειδωτικού stress και χρόνιας φλεγμονής που προάγουν την αθηροσκλήρυνση, ελάττωση της LDL), στο γαστρεντερικό (αποτροπή οδοντικής πλάκας και περιοδοντίτιδας, προστασία από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, πιθανή αντινεοπλασματική δράση στο έντερο) και στο ουροποιητικό (πρόληψη ουρολοιμώξεων, νεφρολιθίασης, καρκίνου προστάτη).

Τα τελευταία χρόνια έχουν διαπιστωθεί αρκετοί μηχανισμοί που μας βοηθούν στην εξήγηση των αντικαρκινικών ιδιοτήτων των cranberries. Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν: Μπλοκάρισμα στην έκφραση των μεταλλοπρωτεϊνών της θεμέλιας ουσίας, αναστολή των ενζύμων της δεκαρβοξυλάσης της ορνιθίνης που επάγουν την καρκινογένεση, αναστολή των CYP2C9s, που είναι φάσης Ι αποτοξινοποιητικά ένζυμα, και ενίσχυση της απόπτωσης (προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου) των καρκινικών κυττάρων. Οι ωφέλιμες αντινεοπλασματικές ιδιότητες των cranberries   αναφέρονται κυρίως σε νεοπλάσματα του μαστού, του εντέρου, του πνεύμονα και του προστάτη. Μελέτες έχουν δείξει ότι το Cranberry Βορείου Αμερικής (Vaccinium macrocarpon) αναστέλλει την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων μέσω αναστολής του κυτταρικού κύκλου (μεταβάλλοντας την έκφραση των ρυθμιστών του κυτταρικού κύκλου σε πειραματόζωα). Ασφαλώς τα υπάρχοντα δεδομένα δεν είναι ισχυρά, είναι απλώς ενδεικτικά για πιθανή αντινεοπλασματική δράση των προϊόντων Crunberry.

Αναφορικά με τη δράση του στη νεφρολιθίαση, τα δεδομένα είναι αμφιλεγόμενα. Το μαγνήσιο και τα κιτρικά άλατα είναι γνωστά ως φυσικοί αναστολείς του σχηματισμού νεφρικών λίθων και διαπιστώνονται στα ούρα. Για να είναι δραστικό κάποιο φυσικό αναψυκτικό στην πρόληψη της νεφρολιθίασης πρέπει να αυξάνει τα επίπεδα των ανασταλτών της λιθίασης και ταυτόχρονα να ελαττώνει τα επίπεδα των ουσιών που σχηματίζουν λίθους. Ο χυμός cranberry αυξάνει τα επίπεδα του μαγνησίου, κιτρικών και οξαλικών αλάτων και ασβεστίου στα ούρα. Ετσι, αν και αυξάνει τα επίπεδα δύο ανασταλτών της λιθίασης (μαγνήσιο, κιτρικά), ταυτόχρονα αυξάνει τα επίπεδα δύο βασικών συστατικών (ασβέστιο, οξαλικά) των λίθων οξαλικού ασβεστίου, που αποτελούν περίπου το 70% των νεφρικών λίθων. Τα προϊόντα cranberry διαπιστώθηκε ότι αυξάνουν τον κίνδυνο της οξαλικής λιθίασης. Επιπροσθέτως, ο χυμός cranberry μπορεί να ελαττώσει την οξύτητα των ούρων και έτσι να αυξήσει τον κίνδυνο της ουρικής λιθίασης. Από την άλλη πλευρά, ο χυμός cranberry προστατεύει από τις ουρολοιμώξεις και βοηθά στην πρόληψη σχηματισμού φλεγμονώδους λιθίασης (λίθους στρουβίτη). Αυτός ο τύπος λίθων γίνεται από μαγνήσιο, φωσφορικά και αμμωνία και συνήθως εμφανίζεται όταν υπάρχει ουρολοίμωξη. Είναι επομένως αντιληπτό ότι ασθενείς με ιστορικό νεφρολιθίασης πρέπει να γνωρίζουν τον τύπο της λιθίασης και να συμβουλεύονται τον γιατρό τους σε περίπτωση που λαμβάνουν προϊόντα cranberry.

Οι ουρολοιμώξεις είναι ένα πολύ συχνό κλινικό πρόβλημα και παρατηρούνται συχνότερα στις γυναίκες. Πάνω από το 60% των γυναικών εμφανίζει μία λοίμωξη του ουροποιητικού κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους, ενώ για πολλές από αυτές η λοίμωξη αποτελεί χρόνιο πρόβλημα, διότι συχνά υποτροπιάζει και πολλές φορές απαιτείται η λήψη προληπτικών μέτρων για τις υποτροπές. Οι περισσότεροι ειδικοί συνιστούν αντιμικροβιακή προφύλαξη (χημειοπροφύλαξη) σε ασθενείς που εμφανίζουν τρεις ή περισσότερες ουρολοιμώξεις ετησίως. Η αντιμικροβιακή προφύλαξη είναι συνήθως αποτελεσματική, αλλά έχει ασφαλώς και ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της ανάπτυξης μικροβιακής αντίστασης. Αυτοί οι ενδοιασμοί και η ευρεία διάδοση της μικροβιακής αντίστασης έχουν οδηγήσει το ενδιαφέρον σε εναλλακτικούς τρόπους πρόληψης των ουρολοιμώξεων, όπως με τα προϊόντα από cranberry, που έχουν δείξει αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της υποτροπής των ουρολοιμώξεων. Τα βακτήρια προσκολλούνται στα ουροεπιθηλιακά κύτταρα με τριχοειδείς κροσσούς, τα ινίδια τύπου 1 και τα ινίδια τύπου Ρ. Στο παρελθόν εθεωρείτο ότι η δράση του cranberry οφειλόταν στην οξινοποίηση των ούρων, που επιτυγχάνεται όπως και με όλα τα άλλα φρούτα. Η οξινοποίηση, όμως, που επιτυγχάνεται είναι χαμηλή και παροδική και μπορεί να αναστείλει μόνο τα τύπου 1 ινίδια των βακτηριδίων. Η αναστολή των ινιδίων προσκόλλησης τύπου Ρ δεν επιτυγχάνεται με την οξινοποίηση. Το cranberry αναστέλλει την προσκόλληση των κολοβακτηριδίων -E. Coli- στα ουροεπιθηλιακά κύτταρα, που είναι το πρώτο αναγκαίο και απαραίτητο βήμα για την ανάπτυξη της ουρολοίμωξης. Αυτή η ανταγωνιστική αναστολή οφείλεται σε ένα μη διαλυτό συστατικό, την προανθοκυανιδίνη τύπου Α (PAC-A). Tο cranberry περιέχει μεγάλες ποσότητες PAC-(A) σε αντίθεση με τα άλλα φρούτα. Μόνο το PAC-(A) μπορεί να αναστέλλει την προσκόλληση του E. Coli, μέσω αδρανοποίησης των ινιδίων τύπου Ρ. Οι άλλες ΡΑC -(B) που υπάρχουν στα άλλα φρούτα δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Υπάρχουν 3 είδη cranberry και το vaccinium macrocarpon είναι το μόνο που έχει PAC-(A) σε επαρκείς ποσότητες. Τα άλλα δύο (vaccinium vitis idaea και oxycoccus) περιέχουν μικρές ποσότητες PAC-(A) για την αναστολή της προσκόλλησης και η δράση τους δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο των αντιβιοτικών κατά τη διάρκεια οξείας λοίμωξης του ουροποιητικού, είναι όμως ιδανικό να χρησιμοποιείται μόλις ολοκληρωθεί η δράση των αντιβιοτικών προκειμένου να αποφευχθεί η υποτροπή της λοίμωξης. Εχει αποδειχθεί ότι το cranberry μειώνει τα επίπεδα των βακτηρίων στις ουροδόχους κύστεις των ηλικιωμένων γυναικών πολύ περισσότερο από το placebo, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη μελλοντικών λοιμώξεων.

Η αρχική μελέτη χρησιμοποίησε χυμό από cranberry που περιείχε 36 mg PAC-(A) και διαπίστωσε ότι ελαττώνει τις υποτροπές σε σύγκριση με placebo. Αλλες μελέτες έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα είναι δοσοεξαρτώμενη και το ελάχιστο ποσό PAC-(A) που απαιτείται είναι τα 36 mg. Από μετα-ανάλυση των υπαρχουσών έως τώρα κλινικών μελετών φαίνεται ότι τα προϊόντα cranberry είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη των ουρολοιμώξεων, ειδικότερα σε γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις. Είναι λιγότερο αποτελεσματικά σε παιδιά, ενώ δεν φαίνεται να είναι αποτελεσματικά σε ασθενείς με νευρογενείς κύστεις που χρησιμοποιούν διαλείποντες αυτοκαθετηριασμούς. Η ανάλυση έδειξε μεγαλύτερη δραστικότητα του χυμού από τα δισκία ή τα καψάκια. Η χρόνια, όμως, λήψη χυμού είναι δύσκολη και φαίνεται ότι περίπου το 50% των ατόμων την εγκαταλείπουν, σε αντίθεση με τα δισκία ή τα καψάκια που είναι ευκολότερα στη λήψη τους. Το συμπέρασμα της μετα-ανάλυσης αναφέρει ότι «υπάρχουν δεδομένα ότι ο χυμός cranberry μπορεί να ελαττώσει τον αριθμό των συμπτωματικών ουρολοιμώξεων σε περίοδο 12 μηνών, ειδικότερα σε γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις» και «η καθημερινή κατανάλωση cranberry vaccinium macrocarpon σε χυμό/σκόνη που περιέχει 36 mg προανθοκυανιδίνης ημερησίως είναι απαραίτητη για να ελαττώσει την προσκόλληση του E.Coli στα τοιχώματα των ουροφόρων οδών». Οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είναι σημαντικές, πλην ενδεχομένως από ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές από την άφθονη λήψη χυμού. Προσοχή, όμως, χρειάζεται σε αυτούς που λαμβάνουν αντιπηκτικά (Warfarin), διότι το cranberry αναστέλλει τη δράση του ενζύμου CYP2C9, που είναι απαραίτητο για τον μεταβολισμό της βαρφαρίνης στο ήπαρ. Ετσι η λήψη προϊόντων cranberry σε αυτούς που λαμβάνουν κουμαρινικά αντιπηκτικά μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία και θέλει ιδιαίτερη προσοχή.

Φαίνεται όμως, ότι δεν είναι όλα ξεκαθαρισμένα αναφορικά με τη φαρμακοκινητική και τη βιοδιαθεσιμότητα των σκευασμάτων του και απαιτούνται κλινικές μελέτες καλά σχεδιασμένες ώστε να εξαχθούν απόλυτα ασφαλή συμπεράσματα.

 

Δείτε το άρθρο στο περιοδικό (Σελ. 54-55)